Υπάρχουν απιστίες χειρότερες από τις άλλες; Υπάρχουν είδη προδοσίας που πονάνε λιγότερο και ξεπερνιούνται ευκολότερα; Πολλοί είναι αυτοί που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να εντοπίσουν το μοτίβο αλληλεπίδρασης μεταξύ του συμβάντος και του τρόπου αντιμετώπισής του.
Όλοι μας καταλήγουμε πως δεν υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του αδικήματος και του τρόπου με τον οποίο αντιδρούμε σε αυτό.
Κάθε σχέση από την πιο αυστηρή μέχρι την πιο χαλαρή διέπεται από όρια. Η υπέρβαση των ορίων τελείως υποκειμενική και συνομολογείται σχεδόν πάντα από την αρχή κάθε σχέσης. Στις ερωτικές σχέσεις για παράδειγμα υπάρχουν τα όρια «ένας σύντροφος για πάντα», «αν με απατήσεις θα σε σκοτώσω», «μπορείς να κάνεις σεξ και με άλλους αλλά δεν θα τους ερωτευτείς», ή τέλος «μπορείς να κάνεις σεξ με άλλους αρκεί να παίρνω μάτι».
Όπως και να έχει η απιστία είναι ένα πολύ παλαιό φαινόμενο, το οποίο σε όλες τις σχέσεις γεννά την ίδια ζήλια και τον ίδιο πόνο.
Τελευταία μάθαμε και για ένα άλλο είδος απιστίας. Φανταστείτε λοιπόν πως έρχεται η σχέση σας και σας λέει: « Αγάπη μου, μπορώ να σου συγχωρήσω όλες τις απιστίες. Ένα πράγμα μόνο δεν θα αντέξω. Μην με απατήσεις με τραπεζικό!!!».
Κάπως έτσι προφανώς το οραματίστηκαν και οι ειδικοί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, όταν συνέθεταν το σχέδιο νόμου «Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και συναφείς διατάξεις» και ειδικότερα το άρθρο 5 παρ. 2 του νομοσχεδίου, που τροποποιεί το άρθρο 390 παρ. 1 ΠΚ.
Η διάταξη είναι απολύτως εσφαλμένη, στερούμενη οποιασδήποτε τεκμηρίωσης, αφού είναι προφανές ότι το Ποινικό δίκαιο, οι διευθύνοντες σύμβουλοι των τραπεζικών ιδρυμάτων δεν θα μπορούν να διωχθούν για ζημίες εκατομμυρίων που ενδεχομένως έχουν προκαλέσει σε βάρος των τραπεζών, καθώς η τρίμηνη προθεσμία της έγκλησης θα έχει παρέλθει πριν καν διαπιστωθεί η απιστία.
Η ίδια η κατ’ έγκληση δίωξη κακουργηματικών πράξεων εμφανίζει εσωτερική αντίφαση, καθώς από τη μία πλευρά το κράτος δηλώνει ότι θεωρεί την πράξη ιδιαιτέρως σοβαρή ώστε να απειλεί καθείρξεις και από την άλλη αφήνει την πιθανή δίωξη και τιμωρία της στον παθόντα σαν να επρόκειτο για δική του αποκλειστικά υπόθεση.
Επομένως, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, και της ισότητας όταν η κατ’ έγκληση δίωξη της απιστίας σε βάρος τραπεζικών ιδρυμάτων προβλέπεται μόνο για τη συγκεκριμένη περίπτωση αδικήματος και κατά τούτο, το νομοσχέδιο είναι ελλιπές και παίζει επικινδύνως με τα όρια της αντισυνταγματικότητας, καθώς δεν υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση της διακριτικής μεταχείρισης μόνο των τραπεζικών ιδρυμάτων από όλο τον ιδιωτικό τομέα.
Πριν ακόμα δοκιμαστούν οι κώδικες, η κυβέρνηση τους χρησιμοποιεί ως εργαλεία αυθαιρεσιών και καταστολής, προχωρώντας σε αυστηροποίηση μιας σειράς διατάξεων. Θέλουμε έναν Ποινικό Κώδικα δίκαιο κι όχι τιμωρό, συνεπώς ό,τι δεν είναι ικανή μια Κυβέρνηση να εφαρμόσει δεν της επιτρέπεται να το εφαρμόζει δια της πλαγίας οδού, μέσω ενός αυστηρού Ποινικού Δικαστή.
Όπως και στη ζωή το στιλέτο της ερωτικής απιστίας είναι αμφίρροπο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τιμωρήσει τον εαυτό του κατέχοντος, υπερτονίζοντας τον μαζοχιστικό τρόπο αντιμετώπισης των τύψεων, ή να το στρέψει εναντίον του άλλου, προκαλώντας τον ίδιο φρικτό πόνο που του έδωσε ο σύντροφός του.
Στην περίπτωση του Έλληνα νομοθέτη, η λεπίδα στρέφεται εναντίον του Έλληνα πολίτη. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης κωφεύει στις νομικές ερμηνείες και πελαγοδρομεί ανάμεσα στη σιωπηλή παραίτηση και στην εκκωφαντική οργή, στην κατάρρευση και την αγανάκτηση.
Όπως και να έχει η πίστη και η αφοσίωση δεν προσμετρώνται με την ερωτική αποκλειστικότητα-μόνο- διότι οι αρετές μιας σοβαρής σχέσης που μπορεί να αντέξει εις το διηνεκές απαιτεί αρετές διαπερατές, διαυγείς και δομικά κατευθυνόμενες στον πυρήνα της αγάπης.
Και στην περίπτωση του σχεδίου Νόμου για τις τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο πυρήνας του είναι τιμωρητικός, με αρκετές δόσεις αυστηροποίησης και απουσία ψηγμάτων αγάπης για τον άνθρωπο.
Ναι. Ακόμη και οι κώδικες Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας χρήζουν αγάπης, καθώς αποτελεί δομικό στοιχείο της ζωής. Στην πολιτική, στην επαγγελματική και στην προσωπική μας ζωή. Ας πάψουμε να είμαστε άπιστοι…. Κι ας κρατήσουμε έναν κόκκο πίστης πάνω στον οποίο θα οικοδομήσουμε την σχέση μας με τον Νόμο, την σχέση μας με την Δικαιοσύνη, την σχέση μας με την εσωτερική μας συμφιλίωση.
*Νομικός-Επιστ.Συνεργάτης Βουλής των Ελλήνων
