«Τούτοι οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.
Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες στην καρδιά τους
που δε σηκώνει τ’ άδικο
Και τώρα κάθονται εδώ στη Μακρόνησο
στο άνοιγμα του τσαντιριού, αγνάντια στη θάλασσα,
σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας,
με τα νύχια μπηγμένα στην πέτρα. Δε μιλάνε.»
Γιάννης Ρίτσος
Στις 11 Νοεμβρίου 1990 έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Ρίτσος, σχεδόν τριάντα χρόνια πριν. Μια ζωή γεμάτη λέξεις, αγώνες, στίχους. Τους παραπάνω στίχους τούς έγραψε στη Μακρόνησο. Από το 1947 ώς και το 1951, περισσότεροι από 80.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά εκτοπίστηκαν στη Μακρόνησο, σε «στρατόπεδα αναμόρφωσης» που δημιουργήθηκαν για να «καταπολεμήσουν την επέκταση του Κομμουνισμού». Ανάμεσα στους εξόριστους βρίσκονταν και πολλοί συγγραφείς και ποιητές, όπως οι Γιάννης Ρίτσος και Τάσος Λειβαδίτης. Παρά τις στερήσεις και τα βασανιστήρια, κατάφεραν να γράψουν ποιήματα. Οι λέξεις αυτές, θάφτηκαν στα στρατόπεδα, επιβίωσαν σε αυτό το περιβάλλον αγώνα και εγκλεισμού και βρέθηκαν αργότερα.
«Κατά τύχη έπεσα στη γαλλική μετάφραση της συλλογής “Πέτρινος Χρόνος” του Ρίτσου. Δεν είχα επισκεφτεί την Ελλάδα νωρίτερα. Οταν διάβασα τα ποιήματα συγκλονίστηκα. Η πρώτη ιδέα ήταν ταινία μικρού μήκους φέρνοντας τα ποιήματα αντιμέτωπα με τις ερημικές εικόνες της Μακρονήσου. Τελικά προέκυψε μια μεγάλου μήκους». Αυτά είχε δηλώσει ο Ολιβιέ Ζισουά, ο σκηνοθέτης του ξεχωριστού ντοκιμαντέρ «Σαν Πέτρινα Λιοντάρια στη Μπασιά της Νύχτας – Ποιητικές μνήμες της Μακρονήσου» το 2012 όταν κυκλοφόρησε η ταινία (την ίδια χρονιά έλαβε το Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής Dok Leipzig).
Πρόκειται για ένα ποιητικό ντοκιμαντέρ που ακολουθεί τους στίχους των εξόριστων ποιητών, καθώς όπως έχει πει ο σκηνοθέτης «η ιδέα ήταν να “δημιουργήσουμε” έναν ψυχρό πόλεμο λογοτεχνικού είδους ανάμεσα στα ποιήματα των εξόριστων και τα προπαγανδιστικά κείμενα που ακούγονταν διαρκώς από τα μεγάφωνα καλύπτοντας όλο το νησί». «Ηταν εντυπωσιακό το γεγονός ότι δεν έχει απομείνει τίποτα στη Μακρόνησο από τα τότε. Απολύτως τίποτα. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε και με έθλιψε βαθιά. Για τον λόγο αυτό, πήγαμε και ξαναπήγαμε στο νησί, αναζητώντας και την παραμικρή πέτρα που θα μπορούσε να αφηγηθεί τα όσα συνέβησαν. Και μετά, αναζητήσαμε την κινηματογραφική πρακτική που θα έκανε “τις πέτρες να μιλήσουν”».
Ο Ολιβιέ Ζισουά και οι συνεργάτες του επέλεξαν να μην κάνουν ένα ακόμη ιστορικό ντοκιμαντέρ για το νησί και τις μνήμες που αυτό κρύβει. «Στηρίχτηκαν» στους λογοτέχνες που εξορίστηκαν στο νησί, οι οποίοι ήταν τόσοι πολλοί, που όταν φυσούσε ο άνεμος, πλήθος χαρτιά γεμάτα στίχους καρφώνονταν στα συρματοπλέγματα. Πολλά από αυτά ανακαλύφθηκαν πολύ αργότερα. Ο Ζισουά αναμειγνύει σπαράγματα αυτού του ποιητικού λόγου με αργόσυρτα, υπνωτιστικά πλάνα των ερειπωμένων πλέον στρατιωτικών εγκαταστάσεων, καταφέρνοντας να ζωντανέψει μνήμες αλλοτινές, μνήμες ψυχικού σθένους, ενατένισης και επαναστατικής πνοής. Με σοβαρότητα, ευαισθησία, αλλά και με σχεδόν ελεγειακή αφήγηση, που κάπου στο βάθος απηχεί τη «Μεσόγειο» του σπουδαίου Γάλλου ιστορικού Φερνάντ Μπροντέλ, αλλά και την υπεράνθρωπη δύναμη των χιλιάδων εκτοπισθέντων και βασανισθέντων στη μαρτυρική Μακρόνησο. Αυτών που σαν μοναχικά λιοντάρια, στάθηκαν απαράμιλλα αξιοπρεπείς απέναντι σε μια απάνθρωπη, σαδιστική εξουσία με μόνο αποκούμπι τις ιδέες τους και τη μεταξύ τους αλληλεγγύη.
♦ Το ντοκιμαντέρ θα προσφέρεται αυτό το Σάββατο με την «Εφημερίδα των Συντακτών». Ευχαριστούμε για τη συνεργασία τους συμπαραγωγούς της ταινίας Θάνο Λαμπρόπουλο και Ολιβιέ Ζισουά.
