Είτε με τη σιδερένια γροθιά της καταστολής είτε με το βελούδινο γάντι της επενδυτικής ανάπλασης, ο δημόσιος χώρος είναι εκ νέου διαφιλονικούμενος, σε συμβολικό και υλικό επίπεδο. Με την κυβέρνηση να δίνει γην και ύδωρ στους «επενδυτές», οι κάτοικοι αποχαιρετούν τις γειτονιές τους όπως τις ήξεραν: ακίνητα αλλάζουν χέρια, τερατώδεις ουρανοξύστες απειλούν την αττική Ριβιέρα, ενώ θάλασσες και βουνά παραδίδονται στην «ανάπτυξη».
Ο δημόσιος χώρος θεωρητικά ανήκει σε όλους και όλες μας, ως κοινό κτήμα, δημόσιο αγαθό. Στην πράξη όμως το ερώτημα «σε ποιους ανήκει;» επιδέχεται κάθε φορά διαφορετικές απαντήσεις. Το δικαίωμα στην πόλη δεν είναι απλώς έκφραση-καραμέλα που τη βρίσκουμε σε παραλλαγές ώς και σε προεκλογικά φυλλάδια, πασπαλισμένη με εφετζίδικα σλόγκαν για τη βιώσιμη, την ανθεκτική ή την ψηφιακή πόλη. Η ελευθερία πρόσβασης, το «δικαίωμα να αλλάζουμε τους εαυτούς μας μέσω των αλλαγών στην πόλη» παραμένει ζητούμενο από αστικά κινήματα και τοπικές συλλογικότητες, εκφράζοντας κάθε φορά νέες ανάγκες.
Οσοι διεκδικούν να παραμείνουν δημόσιες βασικές υπηρεσίες της πόλης, όπως η καθαριότητα, το κάνουν γιατί «σκέφτονται μόνο το δικό τους το καλό». Γιατί το καλό των πολλών είναι, φυσικά, οι ιδιωτικοποιήσεις. Οσοι διαδηλώνουν στους δρόμους «κρατάνε τον δημόσιο χώρο σε ομηρία», «οι λίγοι αναστατώνουν τις ζωές χιλιάδων στο όνομα ενός εργασιακού, συνδικαλιστικού, ιδεολογικού “δίκιου”». Το δικαίωμα στην πόλη, για τους υπέρμαχους του δόγματος «επιστροφή στην κανονικότητα», αρχίζει και τελειώνει στο δικαίωμα να κοιτάει ο καθένας τη δουλίτσα του, άντε το πολύ πολύ να καταναλώνει μαντρωμένος σε εμπορικά κέντρα.
«Οι συγκεντρώσεις που διαλύουν τον κοινωνικό ιστό επέστρεψαν στην πρωτεύουσα», κλαυθμυρίζει σε κεντρικό άρθρο φιλοκυβερνητική εφημερίδα, βάζοντας άλλη μια φορά στο στόχαστρο τους συνήθεις υπόπτους: συνδικάτα, κινήματα, απεργούς. Το χιλιοπαιγμένο χαρτί του κοινωνικού αυτοματισμού φοράει τον μανδύα του «δικαιώματος στον δημόσιο χώρο», σε μια αντιστροφή των εννοιών αντάξια της οργουελικής νεογλώσσας του «1984».
Ποιοι χωρούν στον δημόσιο χώρο; Εκεί κινούμαστε, εκεί δίνουμε τα ραντεβού μας. Σε κάποιες έχουμε αράξει, έχουμε ερωτευτεί, έχουμε τσακωθεί, θυμώσει και γελάσει. Αλλού έχουμε πνιγεί στα δακρυγόνα ή έχουμε ανοίξει πανό με συνθήματα. Είναι τρεις εμβληματικές πλατείες της πρωτεύουσας: το Σύνταγμα, τα Εξάρχεια, ο Αγιος Παντελεήμονας.
Αυτές επέλεξε και ο ερευνητής Δημήτρης Πέττας, συγγραφέας του βιβλίου «Δημόσιος χώρος, πόλη και εξουσία» («Εκδόσεις των Συναδέλφων»), που παρουσιάστηκε πρόσφατα σε μια συγκυρία που οι πόλεις μας αλλάζουν ξανά πρόσωπο. Και με αφορμή την έρευνά του, γυρνάμε ξανά στον δημόσιο χώρο, τα κινήματα και την εξουσία.
«Η “εξουσία” είναι μια λέξη που κρύβει περίπλοκες διαδικασίες», μας λένε οι Χαρά Κούκη, δρ Κοινωνιολογίας, και Αθηνά Αραμπατζή, δρ Κοινωνικής Γεωγραφίας. «Υπάρχουν στιγμές που γίνεται αντιληπτή με πολύ χειροπιαστούς και πραγματικούς τρόπους: καταλήψεις εκκενώνονται σε απευθείας τηλεοπτική αναμετάδοση, αστυνομικές δυνάμεις σέρνουν προσφυγάκια σε κλούβες, φυλάνε άδεια κτίρια και στέκονται απειλητικά σε δρόμους και στενά.
Αλλες στιγμές, η ίδια αυτή εξουσία δεν είναι άμεσα αντιληπτή. Ρυθμίζει τη ροή της καθημερινότητας, παράγει αφηγήματα, στερεότυπα και νόρμες, κατασκευάζει εικόνες και παραδείγματα συμπεριφοράς και, έτσι, διαμορφώνει τι είναι κανονικό και τι όχι, συχνά μάλιστα οικειοποιούμενη προτάγματα δήθεν συμπεριληπτικότητας και ανθρωπισμού.
Οι καταλήψεις φιλοξενίας προσφύγων, ακούμε, εκκενώθηκαν για να “σωθούν” οι άνθρωποι αυτοί από τη μιζέρια ακατάλληλων συνθηκών ζωής. Η καθημερινή παρουσία αστυνομικών δυνάμεων και το κλίμα τρομοκρατίας σε κεντρικές γειτονιές της Αθήνας, λένε, απαντούν σε μια ανάγκη για «ασφάλεια» των πολιτών. Η δολοφονία του Ζακ στο κέντρο της πόλης θεωρείται μια “κακιά στιγμή” και οι εκατοντάδες γυναικοκτονίες βαφτίζονται “εγκλήματα πάθους”.
»Μακριά από το θόρυβο της καταστολής, λοιπόν, ο δημόσιος χώρος οργανώνεται σε μεγάλο βαθμό στη βάση παραδοχών και συναινέσεων, οι οποίες, όσο και αν προσπαθούν να αρθρώσουν λόγο περί δημοκρατίας και ισότητας, αγωνιούν μπροστά στη θέα όλων αυτών που περισσεύουν στο περιθώριό τους.
Ολων αυτών που συγκρούστηκαν, που δεν τα κατάφεραν, που παραμένουν αόρατες για την εξουσία, σώματα “αλλιώτικα”, ευάλωτα, που δε χωρούν στον κορσέ της κανονικότητας, όπως επιβάλλεται στο δημόσιο χώρο της πόλης. Οι πρόσφυγες, οι άστεγοι, οι τοξικομανείς, οι “αποτυχημένοι”, οι μόνοι, οι ηλικιωμένοι, οι θηλυκότητες, ο Ζακ, η Ζάκι… Σώματα που περισσεύουν γιατί ακριβώς γίνονται ορατά στο δημόσιο χώρο, αρθρώνουν λόγο διαφορετικό και, άρα, καθιστούν δυνατή τη διάρρηξη των σχέσεων εξουσίας, στο εδώ και στο τώρα».
Η πόλη αλλιώς
Καθημερινά στον δημόσιο χώρο διεξάγεται μια μάχη τόσο σε συμβολικό όσο και σε πραγματικό επίπεδο: σε ποιον ανήκει ο δημόσιος χώρος, υπέρ ποιου λειτουργεί και ποιος εντέλει «κατασκευάζει» το πιο ισχυρό αφήγημα; Η διακεκαυμένη περίοδος 2008-2019 σημαδεύτηκε όχι μόνο από σκληρή λιτότητα, αλλά και από μεγάλα κινήματα που εκφράζονταν, διεκδικούσαν και επανανοηματοδοτούσαν τον δημόσιο χώρο. Από την καρδιά της Αθήνας μέχρι μικρές επαρχιακές πόλεις, δεκάδες πλατείες γέννησαν κινήματα, που άκμασαν, αναδιπλώθηκαν και υποχώρησαν. Ορισμένα αναγεννιούνται κι άλλα κάνουν τα πρώτα τους βήματα, απαντώντας σε νέες προκλήσεις.
Αυτήν την τελευταία δεκαετία άλλαξε ριζικά και ο τρόπος που κινητοποιούμαστε συλλογικά στην πόλη και μαζί με αυτόν και το πώς βιώνουμε τον δημόσιο χώρο, θα μας πουν οι κυρίες Κούκη και Αραμπατζή. «Διαμαρτυρία μέχρι πρόσφατα σήμαινε σχεδόν αποκλειστικά μαζικές, συγκρουσιακές και συχνά βίαιες διεκδικητικές μορφές συλλογικής δράσης που χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο για να γίνουν ορατές και να δηλώσουν την αντίστασή τους σε ό,τι θεωρούν άδικο ή παράνομο.
Πριν από κάποια χρόνια, ωστόσο, το ίδιο “κίνημα κατά της λιτότητας” μετασχηματίστηκε οργανικά και άρχισε σταδιακά να παίρνει τη μορφή αποκεντρωμένων πρωτοβουλιών αλληλεγγύης, οι οποίες υπήρξαν εξίσου μαζικές και συνάμα διεκδικητικές. Οι κοινότητες αυτο-οργανώθηκαν για να επιφέρουν οι ίδιες την αλλαγή: πολλαπλασιάστηκαν έτσι δράσεις που αφορούσαν συνελεύσεις γειτονιάς, συλλογικές κουζίνες και αλληλέγγυα σχολεία, αγορές χωρίς μεσάζοντες και χαριστικά παζάρια, κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία, αποθήκες με ρούχα και τρόφιμα, καταλήψεις προσφύγων.
Αρχίσαμε να βρισκόμαστε σε πλατείες, πάρκα, εγκαταλειμμένα κτίρια και χώρους που δεν είχαμε ώς τότε χρησιμοποιήσει, μακριά από το κέντρο της πόλης, τη δημοσιότητα και την ορατότητα όπως μέχρι τότε την αντιλαμβανόμασταν.
Αντίσταση σήμαινε να βγούμε έξω από το σπίτι μας για να μαγειρέψουμε για πολλούς, να ανταλλάξουμε αγαθά, να βρούμε φάρμακα, φαγητά, ρούχα και στέγη, να φροντίσουμε αρρώστους, ηλικιωμένους, παιδιά, και κυρίως να σχετιστούμε. Αυτές οι πρακτικές, που παραδοσιακά αφορούν τα νοικοκυριά και τα προσωπικά και οικογενειακά δίκτυα, έγιναν συλλογικές, κατέλαβαν χώρους της πόλης, ριζοσπαστικοποιήθηκαν. Η πόλη δεν κατέρρευσε, ακριβώς γιατί άρχισε να μας ανήκει».
Οι Σκουριές ως «θέατρο» συμβάντων
Ο Γιώργος Βελεγράκης είναι διδάκτωρ Γεωγραφίας και Πολιτικής Οικολογίας. Γνωριστήκαμε πριν από αρκετά χρόνια στις Σκουριές. Το δάσος, το βουνό ή η πλατεία ενός χωριού μπορούν να νοούνται και να παράγονται ως δημόσιος χώρος; τον ρωτήσαμε.
«Αυτό ακριβώς συνέβη με το κίνημα της ΒΑ Χαλκιδικής ενάντια στην εξόρυξη χρυσού», θα πει ο Βελεγράκης. «Ο δημόσιος χώρος δεν είναι απλώς μια διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού, αλλά λαμβάνει τον δημόσιο χαρακτήρα του και όταν γίνεται ένα “θέατρο” συμβάντων και δράσεων με κοινωνική, πολιτική (και κινηματική) διάσταση».
Αυτό το «θέατρο» συμβάντων μάς αναλύει ο Βελεγράκης: «Από τον Μάρτιο του 2011, όταν ξεκινούν οι κινηματικές δράσεις, η καθημερινή ζωή στις κοινότητες του Δήμου Αριστοτέλη είναι διαφορετική. Στη Μεγάλη Παναγιά και την Ιερισσό οι συζητήσεις γύρω από το ζήτημα των μεταλλείων και του αγώνα είναι πλέον καθημερινές.
Οι πλατείες γίνονται πεδίο ποικίλων δράσεων: ενημερώσεις, πολιτικές συζητήσεις, πολιτιστικά δρώμενα, δράσεις αλληλεγγύης, συντονισμός των κινηματικών πρακτικών. Το δάσος στον Κάκκαβο “ξαναπαράγεται” ως δημόσιος πλέον χώρος μέσα από το κίνημα: είναι ο φυσικός χώρος που υπερασπίζονται οι κάτοικοι, ο χώρος των συγκρούσεων, αλλά και ο χώρος των μεγάλων πολιτιστικών και πολιτικών φεστιβάλ. Και, τέλος, αυτοί οι φυσικοί χώροι, οι πλατείες και το δάσος των Σκουριών είναι και οι χώροι έξαρσης της καταστολής και της αστυνομικής αυθαιρεσίας και βίας.
Ποιος ξεχνάει τον Μάρτιο του 2013, όταν οι αστυνομικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ιερισσό με χημικά, εξαρτύσεις και όπλα που θύμιζαν πολεμική σύρραξη; Ποια ξεχνάει τις πάμπολλες συγκρούσεις στο δάσος, όπου η βία δεν είχε τίποτα το συμβολικό; Τα κοινωνικά κινήματα γίνονται κινήματα καταλαμβάνοντας χώρο, δημιουργώντας νέες χωροκοινωνικές σχέσεις. Δεν αποτελούν απλές εκφράσεις κοινωνικών διαδικασιών στον χώρο. Ο χώρος και ο τόπος συμμετέχουν στη δημιουργία του κινήματος. Ο χώρος και ειδικά ο δημόσιος χώρος παράγεται (και) μέσα από αυτά».
Τρεις εμβληματικοί δημόσιοι χώροι και τρεις… αυτόπτες μάρτυρες
Εξάρχεια, Αγιος Παντελεήμονας, Σύνταγμα: αυτές τις πλατείες μελέτησε ο Δημήτρης Πέττας, πραγματοποιώντας εκτεταμένη, κυρίως εθνογραφική έρευνα, την κρίσιμη περίοδο 2008-2014. Επιστρέφουμε μαζί του σήμερα για να προσθέσουμε εμπειρικά άλλο ένα κεφάλαιο, καταγράφοντας τα σημάδια που άφησε πάνω τους η τελευταία πενταετία.
Ποιο πρόσωπο παίρνει στον δημόσιο χώρο η πολυδιαφημισμένη επιστροφή στην κανονικότητα; Ποιοι χωράνε και ποιοι περισσεύουν στο «rebranding» της πόλης, όπως εύσχημα βαφτίζουν κεντρικές και τοπικές εξουσίες τα σενάρια τουριστικής αξιοποίησης, που μεταφράζονται συνήθως σε εκποίηση δημόσιων υποδομών, με ακόμα περισσότερη τσιμεντοποίηση σε βάρος του άχτιστου χώρου και του φυσικού περιβάλλοντος; Τέλος, πώς απαντούν τα κινήματα της πόλης σε αυτή τη συγκυρία – όχι μόνο στις συγκεκριμένες πλατείες, αλλά σε όλη την επικράτεια;
Η ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ: Τατιάνα Μπόλαρη, φωτορεπόρτερ
«Η πλατεία Συντάγματος είναι ο μεγάλος κόμβος, το σημείο τομής της Αθήνας. Ολες οι διαμαρτυρίες γίνονται εκεί. Ενας παλιός συνάδελφος μου είχε πει χαρακτηριστικά ότι μπορεί να συμβαίνει το οτιδήποτε σε όλη την Ελλάδα, αλλά το μεγαλύτερο ποσοστό των ζητημάτων της επικαιρότητας κινείται μεταξύ Ομόνοιας και Συντάγματος, εκεί ξεκινούν και καταλήγουν όλα. Είναι η καρδιά της πόλης, είναι πέρασμα και, το κυριότερο: εκεί είναι η Βουλή των Ελλήνων.
Εχει αυτόν τον συμβολισμό. Από το ‘89 που ξεκίνησα να δουλεύω μέχρι το Athens Pride που γίνεται τα τελευταία χρόνια εκεί. Τα επεισόδια που μπορεί να υπάρξουν από εκεί θα ξεκινήσουν και θα καταλήξουν στα Εξάρχεια. Και ο φραγμός της αστυνομίας, ακόμα, στο Σύνταγμα βρίσκεται. Ακόμα και στα αθλητικά χαρμόσυνα γεγονότα, όπως όταν πήραμε το Eurobasket το ‘87, εκεί γιόρταζαν οι φίλαθλοι. Και είναι ετερόκλητος ο κόσμος που θα βρεθεί εκεί. Θα δεις ανθρώπους διαφόρων ηλικιών, μεγάλους, πιτσιρίκια που κάνουν σκέιτ, ακόμα και οι emo μια εποχή εκεί δίνανε ραντεβού κάθε βράδυ.
Οι αγανακτισμένοι είχαν έδρα το Σύνταγμα και μάλιστα τότε ήταν οριοθετημένα: το πάνω και το κάτω μέρος της πλατείας, όπου ξέραμε ποιοι είναι και πού. Ο Δημήτρης Χριστούλας, τότε, εκεί είχε αυτοκτονήσει συμβολικά. Στα Δεκεμβριανά του ‘08, όταν έκαψαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Σύνταγμα, και αυτό συμβολικό ήταν. Ακόμα και το καλοκαίρι, όταν θέλω στιγμιότυπα καύσωνα, εκεί πηγαίνω γιατί έχει το σιντριβάνι. Στην Αθήνα όλοι οι δρόμοι καταλήγουν στο Σύνταγμα».
Η ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ: Θέκλα Τσελεπή, dj και ραδιοφωνική παραγωγός
«Οπως όλη η κοινωνία, έτσι και η πλατεία Εξαρχείων έχει αλλάξει προς το χειρότερο. Τα τελευταία 10-11 χρόνια ειδικά έχουν χαρακτηριστεί από τη δολοφονία του Αλέξη και η γενιά των τότε δεκαεξάχρονων έχει στιγματιστεί από αυτήν.
»Σε συνδυασμό με την επέλαση της κρίσης, το προσφυγικό αλλά και τη βαρβαρότητα του δόγματος “Νόμος και Τάξη” που έχει επιβάλει η παρούσα κυβέρνηση, η κατάσταση γίνεται όλο και χειρότερη.
»Είναι ολοφάνερο πως η πολιτική «θα καθαρίσουμε τα Εξάρχεια» δεν υλοποιείται επειδή τους πήρε ο πόνος για την ανεργία, ούτε για τη φτώχεια και τις κακουχίες, ούτε για την κυριαρχία του airbnb και την άνοδο των τιμών των ενοικίων. Αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να ικανοποιήσουν μια μερίδα του πληθυσμού, τους ψηφοφόρους τους, που αρέσκονται να βλέπουν εφόδους της αστυνομίας στη τηλεόρασή τους.
»Η κοινωνία, δυστυχώς, έχει εκφασιστεί και συντηρητικοποιηθεί τα τελευταία χρόνια. Και τα Εξάρχεια, συγκεκριμένα, χρόνια τώρα είναι μια φιλόξενη γειτονιά γι’ αυτούς που κυνηγάνε την ουτοπία, με ανθρώπους που προσπαθούν να ζουν όπως φαντάζονται πως θα ήθελαν να είναι η κοινωνία και όχι όπως τους επιβάλλουν τα συστήματα και η εξουσία».
Η ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ: Θανάσης Κούρκουλας, «Κίνηση Απελάστε το Ρατσισμό»
«Ο Αγιος Παντελεήμονας είχε φτηνά ενοίκια και εγκαταλειμμένα κτήρια, γι’ αυτό λειτούργησε ως καταφύγιο για μετανάστες και πρόσφυγες. Το 2009 η Χρυσή Αυγή, εκμεταλλευόμενη τη μεγάλη παρουσία προσφύγων από το Αφγανιστάν, έβαλε στο στόχαστρο την πλατεία για να αναπτυχθεί. Ξεκίνησε να δρα υπό την “επιτροπή κατοίκων του Αγίου Παντελεήμονα”, εξαπολύοντας επιθέσεις. Μέχρι το 2013 η πλατεία ήταν άβατο για όποιον είχε σκούρο δέρμα ή δεν συμβάδιζε με τα πιστεύω τους.
Η αστυνομία ανεχόταν ή κάλυπτε τις επιθέσεις αυτές, ενώ στο αστυνομικό τμήμα τα θύματα τραμπουκίζονταν κι έπρεπε να τους συνοδεύουμε για να υποβάλουν μήνυση. Τα ΜΜΕ παρουσίαζαν μόνο “αγανακτισμένους κατοίκους” – αργότερα αποκαλύφθηκε πως κάποιοι από αυτούς ήταν μέλη της Χ.Α.
Σε αυτή τη χρονική περίοδο όμως υπήρχαν ομάδες κατοίκων, οργανώσεις, συλλογικότητες που προσπαθούσαν να επαναφέρουν τον πολιτισμό στην πλατεία, διοργανώνοντας εκδηλώσεις -οι οποίες διακόπηκαν από τη Χ.Α.-, ενώ τα σχολεία της περιοχής στην πλειονότητά τους αποτελούσαν χώρους ένταξης παιδιών μεταναστών και προσφύγων. Η ανατροπή ξεκίνησε λίγο μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και τη δίωξη της ναζιστικής οργάνωσης.
Η αστυνομία σταμάτησε να καλύπτει τις επιθέσεις. Αναπλάστηκε ο χώρος, ξεκίνησαν πάλι οι εκδηλώσεις. Σήμερα η πλατεία είναι πιο ζωντανή, πολυπολιτισμική και φιλική προς τους μετανάστες, ενώ οι ακροδεξιοί λιγότερο θρασείς. Το ερώτημα πλέον είναι αν η περιοχή θα αναβαθμιστεί επί της ουσίας ώστε οι κάτοικοι να νιώσουν ότι η κοινωνία ενδιαφέρεται για τη ζωή τους και να νιώσουν την ασφάλεια ότι η γειτονιά τους δεν αργοπεθαίνει πια».
