Μισός αιώνας πέρασε από την προηγούμενη παραγωγή της «Υπνοβάτιδος» του Μπελίνι στην ΕΛΣ. Οι παλαιότεροι ασφαλώς θα θυμούνται τη δεκαετία 1969/79, όταν τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν τραγουδήσει οι Ελληνίδες υψίφωνοι Βάσω Παπαντωνίου, Φώφη Σαραντοπούλου, Μαρία Κορομάντζου και Στέλλα Παυλάκη. Ολως ευπρόσδεκτη, η νέα παρουσίαση, στην καινούργια στέγη της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ, πρόβαλε -αν μη τι άλλο- από καιρό αναμενόμενη και χρωστούμενη στο ελληνικό οπερόφιλο κοινό. Το ανέβασμα υλοποιήθηκε με τη γενναιόδωρη στήριξη του ΙΣΝ.
Πρόκειται για την κλασική πλέον συμπαραγωγή της Κρατικής Οπερας της Βιέννης και της Βασιλικής Οπερας του Λονδίνου σε σκηνοθεσία, σκηνικά και φωτισμούς του Ελβετού Μάρκο Αρτούρο Μαρέλι, που είχε πρωτοανεβεί την περίοδο 2000/01.
Η αναβίωσή της από την ΕΛΣ πρόσφερε στο εγχώριο κοινό την ευκαιρία να απολαύσει ένα ιδιαίτερα καλαίσθητο, σε βάθος επεξεργασμένο, εκσυγχρονισμένο ανέβασμα του αριστουργήματος του ιταλικού ρομαντικού μπελ-κάντο. Οι εντυπώσεις που άφησε η παρουσίαση ως θέαμα υπήρξαν πάρα πολύ καλές.
Η εξαντλητικά λεπτοδουλεμένη, δίχως χάσματα και αντιφάσεις σκηνοθεσία του Μαρέλι μετέφερε τη δράση από τον σχηματικά ειδυλλιακό αλπικό κόσμο του πρωτοτύπου στο -για εμάς- ανάλογα φορτισμένο περιβάλλον ενός ορεινού σαλέ/σανατορίου σαν αυτό στο «Μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν, την εποχή του «Art-deco».
Με στιλιζαρισμένα «χορογραφημένη» κινησιολογία, οργανωμένη σε κύριες, δευτερεύουσες και ελάσσονες/ανεκδοτολογικές ροές αφήγησης, υπηρέτησε άριστα την εκσυγχρονισμένη μεταφορά και στήριξε αριστοτεχνικά -έως και με απολαυστικές σφήνες χιούμορ!- τη δράση. Εξαιρετικά ήσαν τα κοστούμια της Ντάγκμαρ Νίφιντ.
Η παραγωγή δόθηκε με δύο πλήρεις διανομές για όλους τους σολιστικούς ρόλους: αυτήν της πρεμιέρας στις 11/10/2019, με πρωταγωνιστές τη Χριστίνα Πουλίτση (Αμίνα) και τον Γιάννη Χριστόπουλο (Ελβίνο) και μια δεύτερη στις 13/10/2019, με πρωταγωνιστές τη Βασιλική Καραγιάννη και τον Βασίλη Καβάγια. Για λόγους που αντιλαμβάνεται κάθε φιλόμουσος στοιχειωδώς εξοικειωμένος με τα της εγχώριας μουσικής ζωής τις παρακολουθήσαμε αμφότερες˙ αναπόδραστα και φυσιολογικά προέκυψαν οι αυτονόητες και, κυρίως, απολύτως προφανείς αντιπαραβολές και συγκριτικές αξιολογήσεις.
Είναι πέραν οιασδήποτε διαπραγμάτευσης και επιχειρηματολογίας το γεγονός ότι η λυρική, οπερατική γραφή του Μπελίνι με το απολύτως συγκεκριμένο μουσικοαισθητικό στίγμα θέτει πολύ ξεκάθαρες απαιτήσεις τεχνικής/στιλιστικής απόδοσης και εκφραστικής ερμηνείας. Παραπλανητικά απλή -αλλ’ επ’ ουδενί απλοϊκή-, με αδιάλλακτες, σαφείς προδιαγραφές δεξιοτεχνίας, ζητά τραγούδι διαποτισμένο με ευγενές αισθητικό ήθος, ποίηση και βαθύ συναίσθημα, που να εκφέρεται με μαλακιά, εύπλαστη, δίχως χάσματα μελωδική φραστική, προσεκτική απόδοση των κορυφώσεων και με φωτεινό, ουδέποτε τραχύ, γλυκιάς χροιάς ήχο. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια μουσική στην επιτυχημένη απόδοση της οποίας ισχύει αμείλικτα το «ή όλα ή τίποτα».
Ουδένα εξέπληξε ότι η έμπειρη υψίφωνος Βασιλική Καραγιάννη -παρότι η ευκαιρία άργησε να της δοθεί στη σταδιοδρομία της- ανταποκρίθηκε στις υψηλές απαιτήσεις του ρόλου της Αμίνας δίχως εκπτώσεις, με στιλιστικά σωστό, καλαίσθητο, απολαυστικά ρευστού μελωδισμού τραγούδι και αβίαστη, πειστικά συγκινητική λυρική έκφραση. Εξέπληξε -αντίθετα!- η θαυμάσια απόδοση του τενόρου Βασίλη Καβάγια στον απάνθρωπα απαιτητικό ρόλο του Ελβίνο. Με φωνή φρέσκια, λαμπερή και ηχηρή -στο ξεκίνημα με αχρείαστα ανεβασμένη ένταση για την άριστης ακουστικής αίθουσα- υπηρέτησε πολύ καλά την ειδικών απαιτήσεων γραφή του Μπελίνι, προσφέροντας ένα τραγούδι ευαίσθητα λυρικό, στιλιζαρισμένα θεατρικό, με φροντισμένη εύπλαστη φραστική. Σ’ αυτά θα προσθέσουμε και την ταιριαστή σκηνική εμφάνιση.
Απολύτως στο ευγενές ύφος της μουσικής υπήρξε το βελούδινο τραγούδι του βαθύφωνου Χριστόφορου Σταμπόγλη (Κόμης Ροντάλφο), λιγότερο αυτό του Τάσου Αποστόλου. Από αξιοπρεπείς έως πολύ καλοί, αλλά ασυζητητί ικανοποιητικοί, υπήρξαν γενικώς οι δευτεραγωνιστικοί και υποστηρικτικοί ρόλοι αμφοτέρων των διανομών: Ματθαιακάκης/Παπαδημητρίου (Αλέσιο), Αγάθωνος/Μαραγκού (Τερέζα), Στριφτόμπολα/Παλάσκα (Λίζα). Ολοφάνερα όχι στα καλύτερά της κατά την πρεμιέρα, η Χορωδία της ΕΛΣ ανταποκρίθηκε πολύ καλά στη δεύτερη παράσταση, όπου όλα μπήκαν στη θέση τους: συντονισμός, εστιασμός ήχου, δυναμικές κ.λπ.
Τον Γάλλο αρχιμουσικό Φιλίπ Ογκέν τον έχουμε ξανακούσει στην ΕΛΣ σε «Τάγχωυζερ» (2009) και «Ναμπούκκο» (2018)˙ παρότι και αυτός δυσκολεύτηκε συνολικά να ισορροπήσει τα μη ισορροπήσιμα κατά την πρεμιέρα, διηύθυνε, ωστόσο, τις παραστάσεις με σαφή αντίληψη του ειδικού ύφους της μουσικής, επενδύοντας με επιτυχία στην ανάδειξη της ευγένειας της μελωδίας, εμφυσώντας στιλιζαρισμένα και σε καίριες δόσεις δραματική ένταση στη μουσική. Εν κατακλείδι: μια παράσταση που -παρά τις ανισότητες στη διανομή αλλά επειδή η όπερα είναι προ πάντων θέατρο- αξίζει να δει κάθε φίλος της όπερας.
