Τελευταία βδομάδα του Νοέμβρη. Πέμπτη βράδυ, στις εννιά και κάτι, επιτέλους, βγήκε στην Τσιμισκή. Πήρε βαθιές ανάσες, ίσα που πρόλαβε κι ανέβηκε στο λεωφορείο. Ηταν ο ένας πάνω στον άλλον, ανάσα με ανάσα, με ένα κινητό στο πρόσωπό τους. Το θέμα της μετακίνησης είχε ξεφύγει από κάθε λογική τώρα τελευταία. Μπήκε στο διαμέρισμά της, 50 τ.μ. ήταν, έκανε γρήγορα ένα ντους, μετά άραξε στον καναπέ, μπροστά στην τηλεόραση. Κάθε τρίτη διαφήμιση ήταν για την αυριανή Παρασκευή. Black Friday, ελληνιστί: Μαύρη Παρασκευή.
Μέρες τώρα είχε ξεκινήσει ένας απίστευτος, καθημερινός, ενημερωτικός βομβαρδισμός, στην τηλεόραση και στο ράδιο, από τα μεγάλα πολυκαταστήματα. Διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, λες και τη χάριζαν! Ο κόσμος περίμενε εκείνη τη μέρα σαν γιορτή! Εκείνη πάλι, μια γυναίκα ούτε τριάντα χρόνων, ζούσε αυτή τη «γιορτή» μέσα από τα μάτια των καταναλωτών του τεράστιου καταστήματος που δούλευε τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Γνώριζε από πρώτο χέρι αυτό που θα συνέβαινε αύριο το πρωί. Δεκάδες νέοι, λιγότερο νέοι, μεσήλικες, ηλικιωμένοι θα στέκονταν στην αράδα, από τα άγρια χαράματα, για να μπουκάρουν στο πολυκατάστημα. Κινητά, τάμπλετ, τηλεοράσεις, λαπ τοπ, ήταν τα πρώτα σε προτίμηση αγαθά. Ενας ολόκληρος κόσμος περίμενε να ανοίξουν οι πόρτες, επιτέλους, για να μπούνε σαν σε παράδεισο!
Τα μάτια τους θα γυάλιζαν, τα χέρια θα έσπρωχναν με βία, τα παπούτσια θα ποδοπατούσαν. Ποιος θα σταθεί τυχερός, ποιος θα κάνει την καλύτερη αγορά;
Τα δύο τελευταία χρόνια, μέσα στην παραζάλη που δημιουργούσε αυτή η καταναλωτική μανία, έβρισκε χρόνο και παρατηρούσε τα πρόσωπα των πελατών. Οι μύες των προσώπων ήταν τραβηγμένοι, τα μάτια είχαν μια άγρια χαρά, αν προλάβαιναν αυτό που ατύχησε να πιάσει ο διπλανός τους. Οι ανάσες τους ήταν κοφτές, λες και δεν τους έφτανε ο αέρας! Θρίαμβος, αυτό ήταν! Ναι, αυτό μαζί με μια ευδαιμονία ξέφρενη.
Ακριβώς απέναντι από το ταμείο της, υπήρχε η είσοδος για το κατάστημα καλλυντικών. Γυναίκες σε έξαψη, δοκίμαζαν φρου φρου κι αρώματα, χρώματα και κάθε λογής ψιμύθια. Και παραδίπλα ρούχα, ρούχα ραμμένα σε καράβια από χέρια ανήλικων παιδιών. Λαίμαργα χέρια τα άρπαζαν, ούτε καν νοιάζονταν για το αν τα χρειάζονταν, σιγά τα λεφτά, δέκα ευρώ το κομμάτι! Οι άνθρωποι ζούσαν σε μια καταναλωτική υστερία, σε μια φρενίτιδα!
Οταν τέλειωναν τις αγορές, στο πρόσωπό τους θα διέκρινε μια αίσθηση συναισθηματικής πληρότητας και ευτυχίας. Οι ώρες θα περνούσαν βασανιστικά για τους εργαζομένους, οι περισσότεροι δεν θα είχαν χρόνο να βάλουν κάτι στο στόμα τους, ένα ψίχουλο, έναν καφέ. Το χνώτο τους θα μύριζε από την αφαγία. Θα έπαιρναν ένα παυσίπονο για να βγει η μέρα, θα ονειρεύονταν ένα τόσο δα σκαμνάκι να ακουμπήσουν το κορμί τους. Ολα αυτά ήταν ευσεβείς πόθοι, ο τζίρος έπρεπε να ξεπεράσει την περσινή χρονιά.
Εκείνη θα έκανε υπομονή, δεν γινόταν αλλιώς, θα περνούσε κι αυτή η Μαύρη Παρασκευή. Η νέα γυναίκα, κατάκοπη πια, μετά τις εννιά και κάτι, θα ανέβαινε στο αστικό λεωφορείο, χνώτο με χνώτο, θα έμπαινε στο σπίτι της, θα έκανε ένα ντους, θα ξάπλωνε στον καναπέ, δεν θα άνοιγε τούτο το βράδυ τηλεόραση, δεν το άντεχαν τα μάτια της.
Εκείνη, παρ’ όλη την κούραση, θα ένιωθε μια πληρότητα, η γνώση την έκανε και ένιωθε δυνατή, γνώριζε πως οι κατασκευασμένες επιθυμίες των καταναλωτών είχαν εκπληρωθεί, τα όνειρα αγοράστηκαν, αλλά ήξερε, από πρώτο χέρι, πως όλα αυτά δεν μπορούν να γεμίσουν κανένα κενό, κανένα εσωτερικό έλλειμμα. Αυτό το βράδυ δεν θα έβλεπε τηλεόραση, δίπλα στο κομοδίνο την περίμενε ένα βιβλίο. Οχι «Ο ηλίθιος» του Φιοντόρ, το άλλο, με τον ηλίθιο και τον καπιταλισμό…
Γλυκερία Γκρέκου
*Εκπαιδευτικός – συγγραφέας
