ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Παρή Σπίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγα χρόνια είχε προτείνει να καταργηθεί το Νόμπελ, τώρα όμως το καλοδέχτηκε και ποζάρει χαμογελαστός. Το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2019 ακούει στο όνομα Πέτερ Χάντκε κι είναι μεγάλη έκπληξη αλλά και αμφιλεγόμενη επιλογή.

Οχι μόνο επειδή εκφράζει ένα ανδροκρατούμενο, προσανατολισμένο στην Ευρώπη Νόμπελ λογοτεχνίας, αλλά και γιατί ο διάσημος συγγραφέας, με σλοβενική καταγωγή από την πλευρά της μητέρας του, είχε υποστηρίξει δημόσια τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, βγάζοντας έναν θερμό λόγο στην κηδεία του το 2006 (μάλιστα είχε δηλώσει στο περιοδικό Focus ότι «ο Μιλόσεβιτς δεν ήταν δικτάτορας»), γεγονός για το οποίο έχει δεχτεί δριμεία κριτική. Ακόμα και η υποψηφιότητά του για το βραβείο Heinrich Heine αποσύρθηκε τότε, ενώ το 2014 η ανακοίνωση της βράβευσής του με το Διεθνές Βραβείο Ιψεν ξεσήκωσε διαμαρτυρίες στο Οσλο.

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2019

Στο πρόσωπό του, ωστόσο, η Σουηδική Ακαδημία αναγνωρίζει έναν από τους πιο σπουδαίους Ευρωπαίους συγγραφείς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και βραβεύει τον Πέτερ Χάντκε «για το επιδραστικό του έργο» και τη «γλωσσική επινοητικότητα με την οποία διερεύνησε την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης εμπειρίας». Αν και κατά καιρούς προκάλεσε διαφωνίες, συμπληρώνει πως «δεν μπορεί να θεωρηθεί «στρατευμένος» όπως ο Σαρτρ και δεν μας δίνει πολιτικά προγράμματα».

Αναμφίβολα από τους σύγχρονους κλασικούς του 20ού αιώνα, πολυγραφότατος, καθώς έχει δημοσιεύσει δεκάδες μυθιστορήματα, νουβέλες και θεατρικά έργα, πολυδιαβασμένος από το ελληνικό κοινό, ο Χάντκε έγινε ευρύτερα γνωστός από τη σχέση του με τον κινηματογράφο και τον Βιμ Βέντερς: μας συστήθηκε με την «Αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», μας καθήλωσε με «Τα φτερά του έρωτα», ενώ στη συνεργασία τους περιλαμβάνονται ακόμη τα έργα «Λάθος κίνηση» και «Οι όμορφες μέρες στο Αρανχουέθ».

Ανήσυχος παρατηρητής του κόσμου, ακούραστος ταξιδιώτης, ο Πέτερ Χάντκε, που από το 1990 ζει στη Σαβίλ, έξω από το Παρίσι, γεννήθηκε το 1942 στην Καρινθία της Αυστρίας. Η μητέρα του ήταν σλοβενικής καταγωγής, ο πατέρας του Γερμανός στρατιώτης, τον οποίο ο συγγραφέας γνώρισε αφού ενηλικιώθηκε.

Τον μεγάλωσε ο θετός πατέρας του Μπρούνο Χάντκε και κράτησε το επώνυμό του. Σπούδασε νομικά στο Γκρατς, αλλά διέκοψε τις σπουδές του το 1966, όταν δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Σφήκες». Πρόκειται για ένα πειραματικό «διπλό μυθιστόρημα», όπου ο κεντρικός χαρακτήρας συγκεντρώνει στοιχεία για ένα άλλο, άγνωστο στον αναγνώστη μυθιστόρημα.

Την ίδια χρονιά ανέβηκε στη Φρανκφούρτη σε σκηνοθεσία Κλάους Πάιμαν το θρυλικό θεατρικό του «Βρίζοντας το κοινό». Επεισοδιακή ήταν η πρεμιέρα, με το κοινό να αντιστέκεται στη λεκτική βία ποικιλοτρόπως: γέλια, παρεμβάσεις, κάποιος όρμησε στη σκηνή, σφυρίγματα και ζητωκραυγές. Ο Χάντκε το απολάμβανε, στέλνοντας σε όλους φιλιά, ωστόσο οι θεατές είχαν καλέσει την αστυνομία και όταν συγγραφέας και ηθοποιοί άρχισαν να φωνάζουν «Ναζιστική αστυνομία», οδηγήθηκαν στο κρατητήριο…

Εντούτοις, ο ίδιος «αποστασιοποιήθηκε με το έργο του από κοινωνικές και πολιτικές θέσεις της εποχής», σημειώνει η Ακαδημία των Νόμπελ, ενώ βρήκε έμπνευση στο γαλλικό Nouveau Roman. Η φιλοδοξία του ήταν να δημιουργήσει μια σύγχρονη επική γραφή που θα απελευθερώνει την πραγματικότητα από τα τετριμμένα σχήματα πρόσληψης. Τα έργα του είναι γεμάτα από μια δυνατή επιθυμία για ανακαλύψεις που πραγματοποιούνται ανακαλύπτοντας παράλληλα νέες λογοτεχνικές εκφράσεις. Οπως το θέτει ο Χάντκε, «Να είσαι δεκτικός είναι το παν». Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να φορτίσει και τις πιο μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας με εκρηκτικό νόημα. Η δουλειά του χαρακτηρίζεται από δυνατό, περιπετειώδες πνεύμα, αλλά και από αύρα νοσταλγίας.

Ετσι, στο «Ακόμη μια φορά για τον Θουκυδίδη» (εκδ. Καστανιώτη, μτφρ. Στέφ. Τζαννετάτος), μια συλλογή από δεκαεπτά «μικρο-επικά» κείμενα που έγραψε γύρω από τα ταξίδια του στον κόσμο, από τα Βαλκάνια μέχρι τις θάλασσες της Ιαπωνίας, ο Χάντκε συγκεντρώνει την προσοχή του στα μικρά πράγματα που παρατηρεί, προσπαθώντας να κατανοήσει τη βαθύτερη, «απλή και αφτιασίδωτη» αξία τους.

«Η μεγάλη πτώση» (Εστία, μτφρ. Σπύρος Μοσκόβου) είναι η ιστορία ενός αργόσχολου ηθοποιού, μία και μόνο μέρα, από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα. Περπατώντας σε μια μεγαλούπολη το καλοκαίρι, μια πορεία μέσα από διαμάχες και εχθροπραξίες γειτόνων, μπρος σε τεράστιες οθόνες με πολιτικούς, έπειτα ανάμεσα σε επιβάτες του μετρό από κάποιον άλλο κόσμο.

Στην «Αριστερόχειρη γυναίκα» (Μελάνι, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου) αποφεύγει να χωρίσει τα φύλα σε καλούς και κακούς, θύτες και θύματα, δίνοντας υπαινικτικά εξηγήσεις για παράλογες αποφάσεις.

Στο «Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια» (Εξάντας, μτφρ. Σπύρος Μοσκόβου) καταγράφει το οδοιπορικό του στη βομβαρδιζόμενη Γιουγκοσλαβία, το 1999. Το μέγα σκάνδαλο για τον συγγραφέα δεν είναι απλώς τα γεγονότα, αλλά πολύ περισσότερο τα στερεότυπα μέσω των οποίων η Δύση αντιλαμβάνεται αυτές τις εξελίξεις και ταυτόχρονα καθαγιάζει την ανάμιξή της σ’ αυτές.

Με το «Immer noch Sturm» πάλι, μας μεταφέρει στη Σλοβενία και ανασταίνει τον αδελφό της μητέρας του, Γκρέγκορ, που σκοτώθηκε στον πόλεμο για να εναντιωθεί στη ναζιστική κατοχής της Αυστρίας.

Σε μια ατελείωτη αναζήτηση για υπαρξιακό νόημα, ο Χάντκε δεν θα μπορούσε παρά να στραφεί και στους κλασικούς. Ο ίδιος έχει πει ότι «οι κλασικοί με έσωσαν» και ότι η κληρονομιά του Γκέτε είναι παντού παρούσα. Τη σημασία των κλασικών επισφραγίζουν οι μεταφράσεις του σε έργα των Αισχύλου, Ευριπίδη, Σοφοκλή. Επίσης έχει μεταφράσει Εμανουέλ Μποβ, Ρενέ Σαρ, Μαργκερίτ Ντιράς, Πατρίκ Μοντιανό, αλλά και Σέξπιρ.