Πρόκειται για την «Ελευθερία» που κατά τον Νάνο Βαλαωρίτη («Ηλιος ο δήμιος», 1996, 80) εμφανίζεται:
«ξυπόλυτη κι ημίγυμνη μ’ ένα κόκκινο
σκουφί με μια κονκάρδα τρίχρωμη τρέχοντας
σ’ έξαλλη κατάσταση».
Σε ποιο «συγκείμενο» κοινωνικών και πολιτικών ιδεών ήταν σύμφωνος ο ποιητής που δεν ήταν «ανύποπτος για ό,τι» του «φύλαγε η επαύριο» (ό.π. 65); Μ’ αυτήν την αφόρμηση θα μπορούσαμε να σταθούμε στο εξής ευρύτερο πλαίσιο που κατά τον πρόσφατα χαμένο ποιητή «βγάζει γλώσσες που γλείφουν μια καινούργια ιδέα» (ό.π., 64).
Ας πιάσουμε βέβαια τα πράγματα από τη ρίζα. Δεν θα έπρεπε να εκληφθεί ως «παράδοξο», υπερρεαλιστικής καταγωγής ή όχι, η οργάνωση από έναν Τομέα Φιλοσοφίας επιστημονικού συνεδρίου με αφορμή τα ογδόντα χρόνια από το πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού, όπως έγινε τον Δεκέμβριο του 2004, ή το 2005 με αντικείμενο το έργο του θεωρητικού του, του Ν. Καλαμάρη.
Η θεματική του δεύτερου συνεδρίου, σε συνδυασμό με ό,τι παρεμβάλλεται, κατανέμεται σε τρία μέρη: η ποίηση και η ποιητική – οι αισθητικές και οι φιλοσοφικές ιδέες – οι πολιτικές αντιλήψεις. Ο ποιητής λοιπόν Νικήτας Ράντος, ο κριτικός και πολιτικός αναλυτής Μ. Σπιέρος, ο Nicolas Calas των Παρισίων και της «μανχατανής Βαβυλώνας», αυτός τελοσπάντων που στις αρχές της δεκαετίας του ’30 ζητούσε στον ουρανό του να τοποθετήσει «δύο φεγγάρια ανόμοια» «το ’να μικρό σαν παιδί, τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο» ποιος ήταν;
Αρκετοί από μας και πρώτος ο Νάνος Βαλαωρίτης, που σε λίγο θα ακολουθούσε στο βήμα (με την ανακοίνωση: «Ο πρωτοπόρος Ελληνας ποιητής και τεχνοκριτικός»), γνώρισαν από κοντά τον Νίκο Καλαμάρη. Ας μου επιτραπεί να πω ότι τον γνώρισα μέσω του «Πολιτικού και Πολιτιστικού Ομίλου Πρωταγόρας», όταν μου τον σύστησε ο Μιχάλης Ράπτης/Pablo, τον Ιούνιο του 1983, κατά τη συμμετοχή μου στο διεθνές συνέδριο «Ο Karl Marx και η εποχή μας», με την ανακοίνωση: «Για την επικαιρότητα της φιλοσοφίας του Marx». Ενα τμήμα της είχε ήδη εμφανιστεί στην «Αυγή» (25.3.1983). Ισως η κατακλείδα της να αποτέλεσε το έναυσμα της πρόσκλησής μου από τον Ράπτη, καθώς και της συζήτησης που ανοίξαμε με τον Καλαμάρη που παρέμενε ευθυτενής με απλανή και συνάμα διαπεραστικά μάτια.
Δηλαδή: «Η ιστορική ανάπτυξη της μαρξιστικής φιλοσοφίας βασίζεται σε έναν γόνιμο διάλογο της σκέψης του Marx με τα προβλήματα που τέθηκαν ώς τις μέρες μας και αντιμετωπίστηκαν με τη μέθοδο που αυτός καθιέρωσε. Ολοι οι παράγοντες αυτού του διαλόγου δεν ήταν ποτέ δεδομένοι: ούτε η διδασκαλία (αφού ήρθαν στην επιφάνεια έργα εντελώς άγνωστα) ούτε η μέθοδος (που κατακτάται και δεν προικοδοτείται από καμιά κομματική επιφοίτηση) ούτε ο προβληματισμός μιας εποχής».
Το τελευταίο μάλιστα σημείο υπήρξε και το αφετηριακό μου ερέθισμα για την εκδίπλωση της μακράς αρχειακής έρευνας που οδήγησε στην πεντάτομη σύνθεση: «Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα», όπου στον τρίτο τόμο απλόχερα βρήκε τη θέση του και ο Καλαμάρης, καθώς και σε μικρότερες κατοπινές δημοσιεύσεις, χωρίς να παραλείπω εδώ τις εκτενείς συζητήσεις μας με τον Pablo στο Café Zimmer των Παρισίων κατά το πανεπιστημιακό έτος 1987/1988, λίγο πριν από τον θάνατο του Καλαμάρη και με αντικείμενο το έργο του.
Τι να πρωτοθυμηθώ όμως από την ποίηση του φίλου ποιητή; Ισως την «Κιβωτό»:
«…και μύριζε κατράμι
και πετρέλαιο – στου μπαλκονιού το μώλο παλαμάρια
τα δένδρα ιστιοφόρα κλυδωνίζονταν με τον αέρα
ένα μόνο έλειπε απ’ όλα αυτά – η θάλασσα».
(ό.π., 1996, 69,79,80).
16.9.2007: κοινοβουλευτικές εκλογές. Επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας των Οικολόγων – Πράσινων και δεν συμπέσαμε στις προτιμήσεις μας, από τον φίλο ποιητή δεν μπορώ να ξεχάσω την «Επιστολή» («Ηλιος ο δήμιος», 88):
«Και πάλι μας άφησαν έξω
από της Ιστορίας την πόρτα
Από σπίτι σπίτι τρέχοντας
να ζητιανεύουμε ύμνους […]
Και όπου να στρέψεις το βλέμμα
τριγύρω – τα βουνά από γύψο».
Ούτε πάλι θα παραβλέψω το «έπος το ασυνάρτητο», αυτό
«που αναφέρεται
περιφραστικά σε όλους τους ήρωες της μυθολογίας
χωρίς ποτέ να τους ονομάζει, όπως κάνουν τώρα
οι ποιητές μας και νομίζουν πως θα γλυτώσουν
με τα ορνιθοσκαλίσματά τους τον έλεγχο της Ιστορίας»
(«Αλληγορική Κασσάνδρα», Αθήνα 1998, 33,34).
Αν υπάρξει δεύτερη έκδοση του βιβλίου που συνθέσαμε με τη Μαρία Χατζηγιακουμή για την Κω στη λογοτεχνία θα μπορούσαμε να προσθέσουμε κάποιους στίχους του Νάνου Βαλαωρίτη («Ηλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης» 1996,47-49) από το ποίημα: «13 Ιουλίου 1978». Δηλαδή:
«Αναγγελίες από βραχνά μεγάφωνα
Ωρες εργασίας και διάρκεια διακοπών
Πληρωμένες για δύο βδομάδες το χρόνο
Δωμάτιο κλείσαμε στην Κάλυμνο ή στην Κω».
*ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
