Ο Τραμπ δηλώνει ότι προτιμά το σκληρό Brexit, καθώς και ότι θα ήταν πολύ ευτυχής από μια εκλογική και στη συνέχεια κυβερνητική συνεργασία του Τζόνσον με τον Φάρατζ.
Η λογική του προέδρου των ΗΠΑ είναι πρόδηλη: το υψηλό, αν όχι απαγορευτικό, κόστος ενός σκληρού Brexit θα καθιστούσε αυτόματα την Ε.Ε. των 27, και κυρίως τη Γερμανία, ευάλωτη στις αμερικανικές πιέσεις για πιο ισορροπημένες εμπορικές συναλλαγές.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας που βλέπει ως εφιαλτικό–αποκαλυπτικό το ενδεχόμενο ταυτόχρονης απώλειας πρόσβασης στις αγορές των ΗΠΑ και της Βρετανίας.
Στους αντίποδες της τοποθέτησης Τραμπ έχει καταγραφεί, στις παραμονές του δημοψηφίσματος του Ιουνίου του 2016, η παρέμβαση Ομπάμα υπέρ της παραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ε.Ε.
Τότε οι ΗΠΑ προωθούσαν μια ευρωατλαντική εμπορική συμφωνία, τη συνθήκη ΤΤΙΡ, και έβλεπαν την επικράτηση του Brexit ως σοβαρή περιπλοκή στη συγκρότηση μιας διατλαντικής ενιαίας αγοράς.
Τόσο η πρόσφατη παρέμβαση του Τραμπ, όσο και η παλαιότερη του Ομπάμα δείχνουν τη σχετική πλέον αξία της περίφημης ειδικής σχέσης ΗΠΑ-Βρετανίας.
Η Ουάσινγκτον ενδιαφέρεται κατά προτεραιότητα για το πώς η σχέση της Βρετανίας με την Ε.Ε. επηρεάζει τη συνολική της σχέση με την Ε.Ε.
Η ειδική σχέση ΗΠΑ-Βρετανίας, που χρονολογείται από την υπογραφή το 1941 του Χάρτη του Ατλαντικού από τους Ρούζβελτ και Τσόρτσιλ, κράτησε ως σημείο αναφοράς των διεθνών συσχετισμών όσο η Βρετανία ήταν μεγάλη δύναμη με παγκόσμια παρουσία και τερματίστηκε μετά το φιάσκο της αγγλογαλλικής επέμβασης στο Σουέζ το 1956.
Από τότε μέχρι και σήμερα το Λονδίνο έχει επιλέξει την αυτόματη πρόσδεση στις αμερικανικές επιλογές.
Από τη μεριά της η Ουάσινγκτον διεκδίκησε δύο φορές στρατηγική ειδική σχέση με την ενιαία Γερμανία μετά το 1990, τόσο επί προεδρίας Μπους πατρός όσο και επί Κλίντον, που ήθελαν το Βερολίνο συνεταίρο στην ηγεμονία (partner in leadership), με τη γερμανική πλευρά να διστάζει να αναλάβει τις δεσμεύσεις και το κόστος του προτεινόμενου ρόλου.
