Στο ελληνικό ποδόσφαιρο, όταν σκεφτόμαστε το νούμερο 7, στον νου έρχεται ένα και μόνο όνομα. Αυτό του Δημήτρη Σαραβάκου. Μπορεί ο Θοδωρής Ζαγοράκης το 2004 να σήκωσε πρώτος την κούπα του EURO φορώντας στην πλάτη και το στήθος αυτόν τον αριθμό, όμως ο άνθρωπος που έχει συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με το συγκεκριμένο νούμερο είναι ο «μικρός».
Κοντεύει τα 60 πια, όμως αυτό το παρατσούκλι θα τον συνοδεύει για πάντα. Ξεκίνησε την καριέρα του από τον Πανιώνιο, έφτιαξε το όνομά του στη Νέα Σμύρνη και το 1984 τον πήρε ο Παναθηναϊκός. Για τα επόμενα δέκα χρόνια, οι φίλοι των «πράσινων» ήταν ήσυχοι, καθώς ήξεραν πως πάντα θα υπάρχει ένας άνθρωπος για να βάλει την μπάλα στα δίχτυα. Στην πορεία μάλιστα, οι άνθρωποι έγιναν δύο με την προσθήκη του Κριστόφ Βαζέχα. Ο Σαραβάκος, όμως, ήταν κάτι το διαφορετικό, το μοναδικό.
Εξτρέμ δεν ήταν, σέντερ φορ επ’ ουδενί δεν ήταν, τι ακριβώς ήταν; Κυνηγό τον έλεγαν τότε αυτόν τον περιφερειακό επιθετικό, που συνήθως πλαισίωνε έναν σέντερ φορ. Ο Μητσάρας είχε ταχύτητα, είχε ξεπέταγμα, είχε φοβερό τελείωμα των φάσεων, πάντα με το δεξί του πόδι. Αυτό με το οποίο είτε χάιδευε την μπάλα με πολλά φάλτσα σε κόρνερ και φάουλ, είτε της έδινε μία και με βολίδα σκόραρε απέναντι σε κάποιον κακόμοιρο τερματοφύλακα.
Δεν είναι τόσο τα 193 γκολ που πέτυχε με την πράσινη φανέλα. Είναι το συνολικό impact που είχε στην ομάδα. Ηταν για τον Παναθηναϊκό ό,τι ο Δομάζος τις προηγούμενες δεκαετίες. Ηταν ο άνθρωπος που όχι απλά γαλούχησε, αλλά δημιούργησε παναθηναϊκές γενιές. Και ταυτόχρονα ήταν παραδεκτός και από τους οπαδούς των άλλων ομάδων.
Οι Ολυμπιακοί είχαν την ελπίδα, όταν το 1989 λίγο έλειψε να τον πάρει ο Κοσκωτάς. Η ιστορία πια είναι γνωστή: Του είχε δώσει 600 εκατομμύρια δραχμές για πενταετές συμβόλαιο συν ένα σωρό μπόνους και παροχές. Τα 500 «χαρτιά» ήταν σε θυρίδα της Τράπεζας Κρήτης, τα υπόλοιπα 100 τα πήρε σε βαλίτσα κάτι μαύρα μεσάνυχτα στο Αλσος Νέας Σμύρνης. Τότε που η δικαιοσύνη λειτουργούσε λίγο καλύτερα σε αυτή τη χώρα, το τεράστιο σκάνδαλο αποκαλύφθηκε, η μεταγραφή δεν έγινε ποτέ και οι «βαζέλες» τον ξαναδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες.
Οι ΑΕΚτζήδες, πάλι, κατάφεραν και τον χάρηκαν. Οταν έληξε η δεύτερη πενταετία του στο «τριφύλλι», ο Βαρδινογιάννης δεν του έκανε καν προσφορά ανανέωσης. Ο Μπάγεβιτς τον πήρε στην ΑΕΚ για δύο χρόνια και στα 33 του, έκανε μία –πρώτη- σούπερ σεζόν με 23 γκολ.
Ποιος μπορεί να ξεχάσει όλα εκείνα τα χρόνια, το προσωπικό σόου του στο 4-0 κατά του Ολυμπιακού στον τελικό Κυπέλλου του 1986. Τη βολίδα με τη Γιουβέντους στο ΟΑΚΑ και μια αντίστοιχη μερικούς μήνες μετά στο ίδιο γήπεδο και στην ίδια εστία, στο Ελλάδα-Πολωνία 1-0. Ή ακόμη καλύτερα το ψιλοκρεμαστό πλασέ μέσα στο Ρότερνταμ απέναντι στην Ολλανδία του Φαν Μπάστεν, του Γκούλιτ, του Ράικαρντ. Επίσης, το γκολ στο Γκέτεμποργκ που η μπάλα κόλλησε στα δίχτυα και τόσα άλλα…
Την εποχή που συνέβαιναν όλα αυτά τα μαγικά, ο υπογράφων ετοιμαζόταν να κλείσει τα 7 του χρόνια. Στην τυπική ερώτηση των γονέων για το δώρο των γενεθλίων εκείνης της χρονιάς, η απάντηση έφερε προβληματισμό: «Μια φανέλα του Σαραβάκου». Το πρόβλημα δεν ήταν στο οικονομικό, αλλά στην εύρεση μιας παιδικής εμφάνισης του συγκεκριμένου παίκτη. Στη δεκαετία του ’80, το ίντερνετ ήταν άγνωστη λέξη, ούτε υπήρχαν ακόμα μπουτίκ ομάδων.
Κι όμως, ο πατέρας ρώτησε και έμαθε, πως στο μαγαζί αθλητικών ειδών του Μητσάρα στη Νέα Σμύρνη, κάποιοι είχαν δει φανέλες με το 7 στην πλάτη. Για όλες τις ηλικίες και τα μεγέθη. Την ημέρα των γενεθλίων, μέσα Ιούλη με τον αφρικανικό καύσωνα να χτυπάει 45άρια και σε αμάξι χωρίς air condition, ξεκινάει η επικίνδυνη αποστολή με μεγάλο άγχος, αφού υπήρχε το ενδεχόμενο να είχαν τελειώσει τα παιδικά και να μην υπήρχε στοκ. Κι ως γνωστόν σε παιδί μην τάξεις ποτέ…
Βέβαια ο υπογράφων δεν γνώριζε τις… δραματικές λεπτομέρειες, που τις πληροφορήθηκε πρόσφατα, και περίμενε εναγωνίως σπίτι το καλύτερο δώρο που είχε πάρει ποτέ στη ζωή του. Η αποστολή εξετελέσθη, η φανέλα (παρέα με το μικροσκοπικό λευκό σορτσάκι) με το 7 φορέθηκε το ίδιο βράδυ στο σβήσιμο των 7 κεριών της τούρτας κι έκτοτε παραμένει σε μία ντουλάπα, σχεδόν αφόρετη και πάντα λαμπερή, 30τόσα χρόνια μετά.
Ο καιρός περνούσε, ο Σαραβάκος συνέχισε να σκοράρει, πήγε στην ΑΕΚ, έφυγε κι από κει και δέκα χρόνια αργότερα, πάλι στα περίφημα γενέθλια, ήρθε ακόμα ένα δώρο. Η επιστροφή του «μικρού» στον Παναθηναϊκό για να κλείσει την καριέρα του.
Αυτή η ιστορία δεν πήγε τόσο καλά, όμως ας την αφήσουμε για να έχουμε κάτι να λέμε και στα 17α γενέθλια της «Εφ.Συν.»…
