Περίπου 1,5 εκατ. μισθωτοί θα οδηγηθούν σε αλλαγή του αντικειμένου εργασίας και θα μετακινηθούν σε άλλες θέσεις, εάν προχωρήσει δυναμικά η αυτοματοποίηση της εργασίας στην Ελλάδα. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει ειδική έκθεση του ΣΕΒ για τη σχέση των ρομπότ με την απασχόληση.
Στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 4η θέση σε ό,τι αφορά το ποσοστό των θέσεων που έχουν πιθανότητα άνω του 50% να αυτοματοποιηθούν. Οντως, οι πιο φτωχές περιφέρειες έχουν πάντα περισσότερες θέσεις που μπορούν να αυτοματοποιηθούν, αλλά ο ΣΕΒ είναι μάλλον καθησυχαστικός.
Αν και, όπως αναφέρει, στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές θέσεις μεσαίου μεγέθους που μπορούν να υποκατασταθούν, μερικώς ή ολικώς από ρομπότ και άλλους αυτοματισμούς, στην πράξη η αυτοματοποίηση όχι μόνο δεν οδηγεί σε μείωση των θέσεων εργασίας, αλλά μπορεί να οδηγεί και σε αύξηση της απασχόλησης. Θεωρητικά, «λόγω της ανόδου της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας που συνοδεύονται από μεγέθυνση και αύξηση της απασχόλησης».
Πάντως, οι εκτιμήσεις αναφορικά με τον τελικό αριθμό των θέσεων απασχόλησης που είναι δυνατό να αυτοματοποιηθούν διαφέρουν σημαντικά: από 14% έως 54% των θέσεων εργασίας. Μάλιστα, στην έκθεση του ΣΕΒ επισημαίνεται ότι «μολονότι η αυτοματοποίηση της οικονομίας αναμένεται να επηρεάσει, μακροπρόθεσμα, 1 στους 2 εργαζομένους, για την πλειονότητα των θέσεων εργασίας η πλήρης αυτοματοποίηση δεν είναι εφικτή, διότι εμπεριέχουν σειρά μη αυτοματοποιήσιμων εργασιών.
«Σχετική έρευνα του McKinsey Global Institute κατέληξε στο συμπέρασμα ότι… μόνο το 5% των επαγγελμάτων μπορούν να αυτοματοποιηθούν πλήρως, ενώ το 60% των επαγγελμάτων έχουν τουλάχιστον 30% αυτοματοποιήσιμες δραστηριότητες…
Επομένως, βασική συνέπεια της εγκατάστασης των ρομποτικών συστημάτων είναι η υποκατάσταση επιμέρους καθηκόντων και όχι η ολική κατάργηση θέσεων εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, αυτοί που πρέπει να ανησυχούν λιγότερο είναι «οι απασχολούμενοι στην παροχή ατομικής φροντίδας και οι πλανόδιοι πωλητές, οι οποίοι, λόγω της ιδιαιτερότητας της εργασίας τους, δεν είναι εύκολο να υποκατασταθούν».
Παρ’ όλα αυτά, η συνάντηση της 4ης βιομηχανικής επανάστασης με την ελληνική βιομηχανία φαίνεται ότι θα καθυστερήσει αρκετά. Με βάση τα στοιχεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ρομποτικής (για το 2016) που επικαλείται μελέτη του ΣΕΒ, αναφορικά με την πυκνότητα χρήσης ρομπότ στη βιομηχανία, σε σύνολο 44 χωρών, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 36η (17 ρομπότ ανά 10.000 εργαζομένους), πίσω από την Πορτογαλία (57), το Ισραήλ (31), το Μεξικό (31), τη Ν. Αφρική (28), την Τουρκία (23), την Αργεντινή (18) και οριακά μόνο πάνω από τη Ρουμανία (15). Πρώτες στη χρήση ρομπότ έρχονται η Σιγκαπούρη (831), η Ν. Κορέα (774) και η Γερμανία (338).
Ποια είναι η αιτία γι’ αυτήν την καθυστέρηση, κατά ΣΕΒ; «Το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, ο αβέβαιος χρόνος της επένδυσης -καθώς για την εγκατάσταση ρομποτικών συστημάτων απαιτούνται μεγάλου όγκου παραγωγές που συνήθως δεν υπάρχουν για τη μικρή ελληνική αγορά-, η έλλειψη γνώσης σε μεγάλο τμήμα της επιχειρηματικής κοινότητας σχετικά με τις αναπτυξιακές δυνατότητες της ρομποτικής, καθώς επίσης και η απουσία μακροπρόθεσμων επενδυτικών σχεδίων», απαντά η ειδική έκθεση του Συνδέσμου.
Μάλιστα επικαλούμενος, δημοσιογραφική έρευνα του ΑΠΕ, αναφέρει ότι στην Ελλάδα το 2016 λειτουργούσαν περίπου 216 βιομηχανικά ρομπότ, δηλαδή πολύ λιγότερα από όσα καταγράφει η Διεθνής Ομοσπονδία, επειδή δεν συνυπολογίζει τις επανεξαγωγές.
Αλλωστε, δεν είναι μόνο οι ελληνικές βιομηχανίες που… φοβούνται τα ρομπότ, αλλά και οι πολίτες. Σύμφωνα με έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, μόλις το 12% των Ελλήνων (22% πανευρωπαϊκά) θα ένιωθαν «πολύ άνετα» να βρίσκονται εντός ενός αυτόνομου αυτοκινήτου, ν μέσω κίνησης!
