Μια σημαντική έρευνα για την εξέγερση του Πολυτεχνείου έφτασε αυτές τις μέρες στις προθήκες των βιβλιοπωλείων από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Την έρευνα υπογράφει ο γνωστός ιστορικός επιστήμονας Ιάσονας Χανδρινός, επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου του Ρέγκενσμπουργκ στη Βαυαρία. Τίτλος της έκδοσης «Ολη νύχτα εδώ – Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου». Αποτελείται από ογδόντα τέσσερα απομαγνητοφωνημένα κείμενα προφορικών μαρτυριών-συνεντεύξεων με ισάριθμους αφηγητές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τα τέλη του 2010 έως και το φθινόπωρο του 2019.
Οι αφηγητές είναι γυναίκες και άντρες, φοιτήτριες και φοιτητές, συνδικαλιστές του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, μέλη παράνομων οργανώσεων, μαθητές, εργάτες, διαδηλωτές που τραυματίστηκαν από σφαίρες, αυτόπτες μάρτυρες και στρατιωτικοί. Βασικός στόχος του βιβλίου, όπως τονίζεται στα κείμενα που συνοδεύουν το κύριο μέρος του, «είναι να αποτελέσει ένα σώμα πληροφοριών που θα καλύψει ορισμένα από τα κενά της έρευνας γύρω από την Εξέγερση του Πολυτεχνείου και παράλληλα να συμβάλει στη διατήρηση της μνήμης ενός από τα πιο εμβληματικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, το οποίο συνεχίζει να είναι αντικείμενο έντονων φορτίσεων αλλά και να υπόκειται σε διάφορες στρεβλώσεις και ποικίλες αναθεωρήσεις».
Παρουσιάζοντας αυτή τη σημαντική έκδοση θα δώσουμε ορισμένα αποσπάσματα από την εισαγωγή του Ιάσονα Χανδρινού, όπως και αποσπάσματα από ορισμένες μαρτυρίες, επιλεγμένες εντελώς τυχαία, καθώς δεν υποτιμάμε ούτε ξεχωρίζουμε κάποια από αυτές που υπάρχουν στο βιβλίο. Κάθε μια έχει το δικό της ειδικό βάρος και τη δική της αξία στη συμπλήρωση της ιστορικής μας γνώσης.
Αποσπάσματα από την εισαγωγή
Το Πολυτεχνείο στην Ιστοριογραφία
Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου συνιστά έναν μνημονικό τόπο με εξαιρετική αντοχή στο χρόνο. Οι λόγοι μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις: Ο πρώτος είναι ο διαχρονικός συμβολισμός που παράγει μια εξέγερση αόπλων εναντίον μιας ανελεύθερης, αυταρχικής εξουσίας. Ο δεύτερος είναι η μοναδικότητα της συνάντησης οργανωμένων δυνάμεων και αυθόρμητης δυναμικής σε μια κοινή συνισταμένη. Ο τρίτος είναι οι διαστάσεις του συμβάντος. Τα γεγονότα που ξεκίνησαν με την κατάληψη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου το μεσημέρι της Τετάρτης 14 Νοεμβρίου και συνεχίστηκαν τουλάχιστον έως και την Κυριακή 18 Νοεμβρίου 1973, με επίκεντρο την Αθήνα αλλά και με αντανάκλαση σε άλλες πόλεις (Θεσσαλονίκη, Πάτρα), ήταν εξαιρετικά έντονα: Η έρευνα έχει έως τώρα καταλήξει σε είκοσι τέσσερις ταυτοποιημένους και έναν αριθμό από «βασίμως προκύπτοντες» νεκρούς από πυρά αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων. Οι τραυματίες ανήλθαν σε χίλιους εκατόν τρεις, από τους οποίους οι εκατόν είκοσι τέσσερις χτυπήθηκαν από σφαίρες (αριθμός εντυπωσιακός, που σπανίως συνεκτιμάται), ενώ οι συλλήψεις έφτασαν τις δύο χιλιάδες εξήντα. Ηταν μια εξέγερση που ξεπέρασε κατά πολύ τους στόχους και τις προθέσεις του φοιτητικού κινήματος. Το σύνολο των οχτακοσίων εξήντα έξι συλληφθέντων μετά τη βίαιη εκκένωση του Πολυτεχνείου τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου από μονάδες καταδρομέων αλεξιπτωτιστών και τεθωρακισμένων αναλύεται ως προς την κοινωνική του προέλευση σε τετρακόσιους εβδομήντα πέντε εργάτες, τριακόσιους δεκαεφτά φοιτητές και εβδομήντα τέσσερις μαθητές.
Την Κυριακή 18 Νοεμβρίου, από το μικρόφωνο της Ντόιτσε Βέλε, ο Παύλος Μπακογιάννης μιλούσε για σκηνές τρόμου και μεγαλείου, που θύμιζαν τα χρόνια της γερμανικής κατοχής, και εξήρε το θάρρος απλών πολιτών που «λοιδορούσαν τα τανκ, τα έβριζαν με περιφρόνηση και τα προκαλούσαν να τους σκοτώσουν».
Ο απόηχος αυτής της πραγματικής μάχης ανάμεσα σε χιλιάδες πολίτες και στις δυνάμεις ασφαλείας ενός δικτατορικού καθεστώτος έδωσε τεράστια δυναμική στις εξελίξεις που ακολούθησαν την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974 πριμοδοτώντας έκτοτε με ένα τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο όλο το φάσμα επιτέλεσης της πολιτικής και της μνήμης, από τη σχολική εκπαίδευση ως την κομματική συνθηματολογία και από τον συνδικαλισμό ως τη συγκρότηση της επαναστατικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Μολονότι οι αναφορές στον «Νοέμβρη» και οι αναλύσεις συνεχίζουν να επισωρεύονται ασταμάτητα, το Πολυτεχνείο είναι μάλλον υπομελετημένο ως ιστορικό γεγονός. Μια διαπίστωση, εν έτει 1993, ότι η Εξέγερση του Πολυτεχνείου αποτελούσε προνομιακό χώρο της προφορικής ιστορίας περιέγραφε μάλλον την έλλειψη ανάλογων εγχειρημάτων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τρεις δεκαετίες χρειάστηκε μόνο η έρευνα ταυτοποίησης νεκρών και τραυματιών (δημοσιεύτηκε το 2003) και μάλιστα με επιφυλάξεις σχετικά με την ύπαρξη περισσότερων θυμάτων.
Αμιγώς ιστορικές μελέτες ή μονογραφίες για την εξέγερση απουσιάζουν, οι πηγές μας αποτελούνται κατά κύριο λόγο από χρονικά δημοσιογραφικού χαρακτήρα, σποραδικές και σχεδόν εντελώς αόρατες στη βιβλιογραφία μαρτυρίες, συλλογές φωτογραφικού υλικού και ανθολογίες κειμένων, ενώ το πληρέστερο σώμα καταγραφής των γεγονότων αποτελούν τα πρακτικά της δίκης του 1975, πηγή η οποία, ωστόσο, αγνοείται συστηματικά και δεν έχει επανεκδοθεί. Οι δυσκολίες ιστορικής αφηγηματοποίησης είναι από μόνες τους αυξημένες. Κάθε εξέγερση, όπως και κάθε επανάσταση, μοιάζει με μια πέτρα που πέφτει με δύναμη στο νερό δημιουργώντας παφλασμούς σε ομόκεντρους κύκλους. Στο βιβλίο της για τις φυλετικές ταραχές σε πόλεις των ΗΠΑ τον 20ό αιώνα, η Τζάνετ Λουγκό σημείωσε πως οι εξεγέρσεις αποτελούν για τους ιστορικούς ό,τι μια φυσική καταστροφή για τους μετεωρολόγους: Απαιτούν μια συνεκτική αφήγηση η οποία να είναι σε θέση να περιγράψει, με τρόπο ουδέτερο, ένα γεγονός εξ ορισμού ρευστό, βίαιο και χωρίς συγκεκριμένο περίγραμμα, να ρίξει φως στις σύνθετες –δομικές και συγκυριακές– αιτίες του και, τέλος, να λάβει υπόψη της τον απόηχο ο οποίος απλώνεται σε πλήθος ερμηνειών.
Αυτό που κυρίως αποθαρρύνει την εμπλοκή της ιστοριογραφίας είναι η πληθωριστική χρήση της «μαρτυρίας». Ηδη από τη δεκαετία του ’70 η μνήμη της εξέγερσης σχεδόν μονοπωλείται από έναν υβριδικό συνδυασμό βιωματικής περιγραφής και ανάλυσης από προσωπικότητες του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, συχνά μέσα από το πρίσμα της πολιτικής τους στράτευσης και των μεταβολών της στο χρόνο.
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981 ενέταξε την αντιδικτατορική Αντίσταση σε ένα ιστορικό συνεχές αγώνων με αριστερό πρόσημο και επένδυσε, μέσα από μια κανονικοποιημένη επετειακότητα, στο «νόημα», στην «κληρονομιά», στα «μηνύματα» του Νοέμβρη και στη «Γενιά του Πολυτεχνείου», όρο που απέκτησε ουσιοκρατικά χαρακτηριστικά. Σε έναν μνημονικό λόγο που εκφέρεται συχνά μέσα από ηθικές κρίσεις, η «γενιά» αυτή, τόσο ως έννοια όσο και ως σύνολο προσώπων, μοιάζει να «ταλαντεύεται μονίμως ανάμεσα σε δύο όψεις: στον αγνό, ανόθευτο, πρωτογενή ηρωισμό και στη διαμεσολαβημένη, βρόμικη όψη της πολιτικής».
Από αυτή τη σταθερά ηθικολογική πρόσληψη προέκυψε και η ισοπεδωτική κριτική-δαιμονοποίηση, με αποκορύφωμα την τρέχουσα περίοδο της κρίσης, για τη «γενιά που κατέστρεψε τη χώρα».
Μόλις το 2006, στη διατριβή του με τίτλο «Student Resistance to the Greek Military Dictatorship. Subjectivity, Memory and Cultural Policy», ο Κωστής Κορνέτης επιχείρησε μια ολοκληρωμένη πραγμάτευση της φοιτητικής αντιδικτατορικής αντίστασης συμπλέκοντας για πρώτη φορά τη βιωμένη εμπειρία των υποκειμένων με μια σειρά στέρεων ερευνητικών ερωτημάτων: τους ιδεολογικούς και πολιτισμικούς όρους διαμόρφωσης του φοιτητικού κινήματος, τον ακτιβισμό της νεολαίας τη δεκαετία του ’60, τον πολιτικό ριζοσπαστισμό, τη μαζική κουλτούρα, την έμφυλη διάσταση, τα προβλήματα της μνήμης.
