Μια απολαυστική βραδιά μουσικής δωματίου πρόσφερε ο τσελίστας Μπένεντικτ Κλέκνερ (Benedict Klöckner), συνοδευόμενος από τον πιανίστα Χοσέ Γκαγιάρδο (José Gallardo), στην άριστης ακουστικής νεοκλασική αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», στην πλατεία Καρύτση (7 Οκτωβρίου 2019). Τον πρώτο είχαμε επανειλημμένα ακούσει στον ίδιο χώρο, αποκομίζοντας πολύ καλές εντυπώσεις. Οι δύο ακμαίοι μουσικοί –ο 30χρονος Γερμανός και ο 49χρονος Αργεντινός– πρότειναν ένα πρόγραμμα που κάλυπτε την περίοδο από το ξεκίνημα του ρομαντισμού μέχρι τον ώριμο 20ό αιώνα.
Στο πρώτο μέρος της συναυλίας έπαιξαν την «Σονάτα για τσέλο και πιάνο, αρ.2» του Μέντελσον και τη σύνθεση «Εισαγωγή και λαμπερή πολωνέζα», έργο 3 του Σοπέν. Η πρώτη είναι έργο που συνδυάζει τον αισιόδοξο, πληθωρικό μελωδισμό με ορμητικό, νευρώδη, κινητικό μουσικό ειρμό, δόθηκε με αθλητικό σφρίγος, λάμψη, συγκινησιακή αμεσότητα.
Παρότι το σύγχρονο, μεγάλο πιάνο Steinway έτεινε να καλύπτει τον ήχο του τσέλου (ο Κλέκνερ παίζει σε ανακαινισμένο όργανο του 1680), ειδικά όταν αυτό έπαιζε στην μεσαία και κατώτερη περιοχή, οι δύο μουσικοί συνέπραξαν σε άριστο συντονισμό, πλέκοντας με θαυμαστή ακρίβεια μουσικές στιχομυθίες, τις οποίες χαρακτήρισαν οι γρήγορες εναλλαγές φράσεων και το ανάλαφρο παιχνίδισμα της μελωδίας πάνω στο ρυθμικό υπόβαθρο.
Στην εκτέλεση κυριάρχησαν το χυμώδες, αβίαστο, γενναιόδωρο ξετύλιγμα της μελωδικής φραστικής και η συγκινησιακή αμεσότητα, που, όμως, συνδυάζονταν ανελλιπώς με αψεγάδιαστη ορθοτονία, ευγένεια έκφρασης. Στην «Εισαγωγή» από το νεανικό έργο του Σοπέν δέσποσε η επιτηδευμένα διστακτική, σαν λυρικό αριόζο του μπελ κάντο, απόδοση της μελωδίας. Τη συνεχόμενη «Λαμπερή Πολωνέζα» έπαιξαν οι δυο μουσικοί με καλαίσθητα στιλιζαρισμένο, αθλητικά σβέλτο πλάσιμο του ιδιαίτερου χορευτικού ρυθμού.
Το δεύτερο μέρος του δίδυμου ρεσιτάλ ξεκίνησε με τη «Σονάτα για τσέλο και πιάνο» (1934) του Σοστακόβιτς, μοντερνιστικό έργο τελείως διαφορετικού στίγματος, γέννημα θυελλώδους νεανικού έρωτα. Γραμμένη με επιτηδευμένα κατακερματισμένη φραστική, αριστοτεχνικές πυκνώσεις και αραιώσεις του μουσικού ειρμού και απότομες, έντονες μεταπτώσεις διαθέσεων, η σονάτα παίχτηκε με ταιριαστά στιλιζαρισμένη θεατρικότητα και αριστοτεχνική απόδοση των ευρηματικά δεξιοτεχνικών παραγράφων.
Την εκτέλεση χαρακτήρισαν οξύτητα έκφρασης και υψηλές θερμοκρασίες. Το δίδυμο ρεσιτάλ ολοκληρώθηκε με μια χυμώδη, αθλητικά σβέλτη εκτέλεση του «Μεγάλου Τάγκο» (1982) του Αστορ Πιατσόλα. Ανταποκρινόμενοι στο επίμονο, θυελλώδες χειροκρότημα του ακροατηρίου, οι δυο μουσικοί πρόσφεραν εκτός προγράμματος τη σύντομη «Τρυφερή μελωδία» του Νίκου Σκαλκώτα.
