ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Παπακυριακού*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αφωνοι ακούσαμε τον πρωθυπουργό της χώρας να εξαγγέλλει από τη ΔΕΘ την απόσπαση και τη μεταφορά των αρχαιοτήτων του σταθμού Βενιζέλου του Μετρό Θεσσαλονίκης ακυρώνοντας τη μελέτη και τις εν εξελίξει εργασίες για τη διατήρηση των αρχαιοτήτων στη θέση τους εντός του σταθμού. Η μεταφορά τους μάλιστα θα γίνει αρκετά χιλιόμετρα μακριά, στο στρατόπεδο «Παύλου Μελά», σε χώρο παντελώς άσχετο με τα ευρήματα και τη λειτουργία τους στην πόλη.

Οι παραπάνω παλινωδίες και τα πολιτικά πείσματα είναι αδικαιολόγητα για ένα τόσο σπουδαίο θέμα πολιτισμού και μας αναγκάζουν να επαναλάβουμε τη βασική επιχειρηματολογία για τη διατήρηση των αρχαιοτήτων στη θέση τους (in situ, δηλαδή κατά χώραν).

Υπάρχει μία βασική αρχή, θεμελιώδης, στην επιστήμη αλλά και στη ζωή: καθετί νοηματοδοτείται, λειτουργεί και εν τέλει ερμηνεύεται και γίνεται κατανοητό όταν βρίσκεται στη θέση του, στο περιβάλλον του, στα συμφραζόμενά του. Το ίδιο ισχύει και στην Αρχαιολογία. Επιδιώκουμε λοιπόν πάντα τη δημιουργία συνεκτικών συνόλων αποφεύγοντας τον κατακερματισμό, την αποσπασματικότητα και την απομόνωση. Για ποιο λόγο άλλωστε ζητάμε την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα;

Αυτό φαίνεται ότι δεν ισχύει για τις αρχαιότητες που βρέθηκαν στον σταθμό Βενιζέλου του Μετρό στη Θεσσαλονίκη. Ποιες είναι αυτές οι αρχαιότητες και πόσο σημαντικές είναι; Πρόκειται για το πολεοδομικό κέντρο της ρωμαϊκής και βυζαντινής Θεσσαλονίκης, δηλαδή για έναν σημαντικότατο δημόσιο χώρο. Είναι το σημείο όπου διασταυρώνονται οι δύο σημαντικότεροι δρόμοι, ο decumanus maximus και ο cardo maximus της ρωμαϊκής και βυζαντινής φάσης της πόλης, που σήμερα ταυτίζονται ο μεν decumanus m. με την Εγνατία, ο δε cardo m. με τη Βενιζέλου. Οι δύο αυτοί δρόμοι πλαισιώνονται από στοές, καταστήματα, τμήματα των δικτύων, βάθρα αγαλμάτων κ.ά.

Στη Θεσσαλονίκη μάλιστα, που η δεσπόζουσα δομή της πόλης είναι η μεσαιωνική-βυζαντινή και αναδεικνύεται από τα τείχη, την αγορά, το γαλεριανό συγκρότημα και τις βυζαντινές εκκλησίες, τα εν λόγω ευρήματα αποτελούν κορυφαίο τοπόσημο και σημείο αναφοράς που βοηθά και στον επαναπροσδιορισμό της σημασίας όλων των άλλων μνημείων της πόλης. (Φανταστείτε στην Αθήνα που η κυρίαρχη δομή είναι η κλασική να αποσπούσαμε ένα μνημείο της Αρχαίας Αγοράς και να το τοποθετούσαμε στη Μαλακάσα!)

Εκτός από τα παραπάνω, αν τελικά οι αρχαιότητες παραμείνουν στη θέση τους, χιλιάδες άνθρωποι κάθε μέρα, χρήστες του Μετρό, θα τις βλέπουν με εξαιρετικά αποτελέσματα για την αισθητική μας και πολύ διδακτικά για την ιστορία της πόλης, αφού θα συσχετίζουν την ύπαρξή τους και τη λειτουργία τους με τη σύγχρονη λειτουργία της πόλης και θα διαπιστώνεται η αδιάσπαστη ιστορική συνέχειά της.

Δεν θα μπορούσε να αποτελεί κριτήριο, όπως ακούστηκε, για την τελική τύχη των σπουδαίων ευρημάτων μόνο το κόστος και ο χρόνος. Για την πολιτιστική κληρονομιά τα κριτήρια και οι σχεδιασμοί είναι διαφορετικά και πολύ πιο μακροπρόθεσμα. Αλλά ακόμα και αν εκτιμούσαμε μόνο τον χρόνο και το κόστος, η μεταφορά των αρχαιοτήτων στην παρούσα φάση των εργασιών είναι πιο κοστοβόρα και η τελική παράδοση του έργου χρονικά απομακρύνεται.

Δεν είναι δυνατόν να εξαντλείται το ενδιαφέρον μας για τη Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη στην ονομασία προέλευσης των προϊόντων και να αδιαφορούμε για το σημαντικότερο τοπόσημο μιας πόλης σαν τη Θεσσαλονίκη της εποχής της μεγάλης ακμής της. Στο ίδιο σημείο της πόλης (διασταύρωση Βενιζέλου και Εγνατίας) έχουν γίνει δύο εγκλήματα: η δολοφονία των απεργών καπνεργατών το 1936 και του Γρηγόρη Λαμπράκη λίγα μέτρα πιο κάτω (Βενιζέλου και Ερμού) το 1963. Ας μην τριτώσει το κακό με ένα έγκλημα πολιτιστικό, τη δολοφονία της μνήμης (damnatio memoriae) της πόλης.