Εμβληματικός χρονογράφος των εφημερίδων του παλιού καλού καιρού, καίριος συγγραφέας ξεκαρδιστικών επιθεωρήσεων, αλλά και διαπρεπής στιχοπλόκος, ο Γιώργος Θίσβιος κέρδισε την αθανασία με τα τραγούδια «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» και «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός», με τα οποία η Σοφία Βέμπο επέφερε δεινά πλήγματα στους μελανοχίτωνες του Μουσολίνι. Δικαιούται, λοιπόν, ο Θίσβιος να ομιλεί περί άσματος. Ξεπατικώνω από το μπεστ σέλερ του Κώστα Βλησίδη «Σπάνια κείμενα για το ρεμπέτικο 1929 – 1959» το αφοπλιστικά επίκαιρο στιχούργημά του «Τραγούδια και παρατράγουδα», γραμμένο το 1948:
Τα καινούργια τα τραγούδια τα λεγόμενα μοντέρνα,/ που τ’ ακούμε νύχτα-μέρα στα στενά και στην ταβέρνα/ διακρίνονται συνήθως για την… αδιακρισία/ και προ πάντων και κυρίως για την ασυναρτησία.// Οσοι μάθανε το «άλφα» κι όσοι ξέρουνε το «λα»,/ για να βγάλουνε… ψιλά/ πιάνουν λίγο σεληνόφως, δύο χειλάκια και δύο μάτια/ και τα κάνουνε «κομμάτια».// Κομματιάζουνε τα πάντα και τη γλώσσα μας κοντά τους/ με τα διάφορα «ντου-ντου» τους και τ’ ατέλειωτα «ντα-ντα» τους/ πράγμα που αποδεικνύει, φανερά και καθαρά,/ ότι γράφουνε τραγούδια οι μωροί και τα… μωρά!// Ντου, ντου, ντου και κάτι τέτοια είναι πάντοτε ο στίχος/ και μπεμπέδων κουδουνίστρα ο σκοπός τους και ο ήχος./ Νταν, νταν, νταν σκοπός και στίχος στο τραγούδι επικρατεί/ και θ’ ακούσουμε, όπως πάμε, και τραγούδι… ντι-ντι-τι!!//
Ντι, ντι, τι αναμφιβόλως στο εξής θα είναι οι τόνοι/ και οι στίχοι που μιλούσαν για καρδιές και για λουλούδια/ αν και θα ’πρεπε να είναι ντι-ντι-τι για να σκοτώνη/ τα… παράσιτα που γράφουν τα μοντέρνα τα τραγούδια!// Πλην αυτού, το νόημά τους είναι τόσο ποταπόν/ που αξίζει, δίχως άλλο, του «σκοπού» των ο πατήρ/ να στηθή σ’ ένα ντουβάρι και ν’ ακούση «επί σκοπόν»/ κι αυτομάτως… αυτομάτου να δεχθή μετά το «πυρ».// Εν ολίγοις, όποιος βγάζει τέτοια πράγματα σε «πλάκα»/ και μοντέρνος στιχοπλόκος και συνθέτης θεωρείται/ επιβάλλεται και πρέπει να ’χη επάνω του μια… πλάκα/ με ρεφραίν… «ενθάδε κείται».//
Δυστυχώς όμως δεν είναι τα τραγούδια αυτά που είπα/ τα ξεκάρφωτα τραγούδια τα… γυμνά και δίχως τσίπα/ είναι κι άλλοι, πιο μεγάλοι εφιάλτες και μπελάδες,/ που μιλάνε για τεκέδες, για μαρκούτσια και λουλάδες!// Τα ρεμπέτικα τραγούδια τα λεγόμενα κοινώς/ που τα γράφουν και τα λένε Κατινάραρες και Μάρκοι/ και που δείχνουν εμφανώς/ πως απ’ το πολύ χασίσι είν’ η τέχνη μας σε «νάρκη».// Ευτυχώς όμως σ’ εκείνα τα μεγάλα «δυστυχώς»/ το «Μοντέρνο το Τραγούδι» αντιμέτωπον ευρέθη/ και με άρθρα και αγώνες για την τέχνη συνεχώς/ τα κατάφερε να διώξη και τη νάρκη και τη… μέθη.// Ετσι και το υπουργείον καταργεί τα ντα ντα ντα/ και θα ελέγχεται στο μέλλον ο τυχόν «ρεμπετατζής»./ Κι αφού τράβηξε ο υπουργός μας τον αρμόζοντα… μπαλντά/ είναι άξιος να φέρη τ’ όνομά του… Μπαλντατζής!
