Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είκοσι άνθρωποι, ηλικίας άνω των 60 ετών, έχουν χάσει τη ζωή τους στη χώρα μας από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα (12 Σεπτεμβρίου), εξαιτίας λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου.

Σύμφωνα με την τακτική επιδημιολογική έκθεση του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), συνολικά από την αρχή της περιόδου 2019, μέχρι και 12 Σεπτεμβρίου, έχουν διαγνωστεί και διερευνηθεί 176 κρούσματα λοίμωξης από τον ιό του Δυτικού Νείλου στην Ελλάδα, εκ των οποίων τα 109 παρουσίασαν εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, (εγκεφαλίτιδα ή/και μηνιγγίτιδα ή/και οξεία χαλαρή παράλυση) και τα 67 είχαν ήπιες εκδηλώσεις (εμπύρετο νόσημα).

Τα κρούσματα λοίμωξης έχουν καταγραφεί, σε οικισμούς στις Περιφερειακές Ενότητες Ξάνθης, Καβάλας, Ροδόπης, Έβρου, Δράμας, Λάρισας, Καρδίτσας, Τρικάλων, Ανατολικής Αττικής, Κοζάνης, Πέλλας, Πιερίας, Ημαθίας, Σερρών, Χαλκιδικής, Κιλκίς και Θεσσαλονίκης.

«Θεωρείται πιθανή και αναμενόμενη η διάγνωση περαιτέρω κρουσμάτων το ερχόμενο διάστημα (και ενόψει της ευαισθητοποίησης των επαγγελματιών υγείας) και θεωρείται πιθανή η εμφάνιση κρουσμάτων και σε άλλες γεωγραφικές περιοχές», αναφέρει ο ΕΟΔΥ που σημειώνει ότι «καθώς η επιδημιολογία του ιού καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, οι περιοχές κυκλοφορίας του και οι πιθανές περιοχές καταγραφής κρουσμάτων σε κάθε περίοδο μετάδοσης δεν μπορούν να προβλεφθούν με ασφάλεια».

Ο ΕΟΔΥ υπενθυμίζει

Ο ιός του Δυτικού Νείλου μεταδίδεται κυρίως με το τσίμπημα μολυσμένων «κοινών» κουνουπιών. Τα κουνούπια μολύνονται όταν τσιμπούν μολυσμένα πτηνά (ορισμένα είδη κυρίως άγριων πτηνών), που αποτελούν τη βασική δεξαμενή του ιού στη φύση. Οι άνθρωποι που έχουν μολυνθεί θεωρείται ότι δε μεταδίδουν περαιτέρω τον ιό σε άλλα κουνούπια.

Η πλειοψηφία των ατόμων που μολύνονται από τον ιό δεν αρρωσταίνουν καθόλου ή παρουσιάζουν μόνο ήπια νόσο, ενώ πολύ λίγα άτομα (λιγότερα από 1%) εμφανίζουν σοβαρή νόσο που προσβάλλει το νευρικό σύστημα (εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα ή παράλυση). Στη σοβαρή νόσο, η ανάρρωση μπορεί να καθυστερήσει ή ακόμη να συμβούν μόνιμες νευρολογικές βλάβες ή και -σε μικρό ποσοστό- θανατηφόρος κατάληξη. Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (άνω των 50 ετών) κινδυνεύουν περισσότερο να αρρωστήσουν σοβαρά καθώς και άτομα με ανοσοκαταστολή και χρόνια υποκείμενα νοσήματα.