Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν η εκκoσμίκευση οδήγησε κάποτε στην κυριαρχία του ορθού λόγου, της νεωτερικής επιστήμης και του πολιτικού λόγου της δημοκρατίας, τι μπορεί να σημαίνει σήμερα για τη χώρα μας η ανακήρυξη του μητροπολίτη Ανθιμου σε επίτιμο διδάκτορα στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου; Πόσο παράδοξο είναι ένας χώρος ελεύθερης διακίνησης ιδεών να επιβραβεύει μια μισαλλόδοξη ρητορική;

Είναι γνωστό πως ο μύθος της ελληνικότητας δεν έπαψε ποτέ να στηρίζεται στην ιδεολογική ηγεμονία της ορθοδοξίας. Οπως είναι ευρέως αποδεκτό πως οι Ελληνες πολιτικοί δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να γεφυρώσουν το κενό που εισήγαγε ο εκσυγχρονισμός. Ετσι, οι φαντασιώσεις επιθετικής παντοδυναμίας –όπως ένας διχαστικός και ρατσιστικός λόγος- εμφανίζονται ενίοτε για να καμουφλάρουν αυτό το κενό. Το πρόβλημα δεν είναι, φυσικά, μονάχα η εκφορά ενός τέτοιου είδους θεολογικού λόγου, αλλά η επιβράβευσή του από τους θεσμούς, μία αντίφαση της νεωτερικότητας που διχάζει το σύγχρονο υποκείμενο.

Πίσω από τη θρησκευτικότητα και τον εθνικισμό -τις δύο βασικές πτυχές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας– κρύβεται συνήθως η ψυχική δυσκολία του υποκειμένου της κρίσης να βιώσει τις παρενέργειες του εκσυγχρονισμού. Η Δεξιά του Κυρίου -εκμεταλλευόμενη αυτήν την ψυχική δυσκολία- ενισχύει μια έντονη «θρησκευτική στροφή» και τη φαντασιακή έξαρση της εθνικής ταυτότητας.

Η τελετή αναγόρευσης του μητροπολίτη Ανθιμου σε επίτιμο διδάκτορα δεν πραγματοποιήθηκε το 2017, όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί, διότι τότε υπήρξαν αντιδράσεις εξαιτίας της μισαλλόδοξης ρητορικής του. Ελαβε χώρα τον Ιούλιο του 2019, λίγο μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εθνικές εκλογές, τη στιγμή, δηλαδή, που υπήρχε μια κυβέρνηση η οποία θεωρεί τον ορθόδοξο χριστιανισμό και τον εθνικισμό ιδεολογική της κοιτίδα.

Ετσι, ο Ανθιμος -στο μυαλό του οποίου οι μετανάστες και οι ομοφυλόφιλοι λαμβάνουν τη θέση του υπανθρώπου- βρήκε τη θέση του στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Αυτό είναι που θα έπρεπε να μας προβληματίζει: η αναπαραγωγή-επιβράβευση στερεοτυπικών σχημάτων, όπου το ανοίκειο εκλαμβάνεται ως εχθρικό, και όχι ο «εθνικοθρησκευτικός τύπος» της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.

Η εθνική ταυτότητα δεν είναι, άλλωστε, κάτι αιώνιο, ούτε αναλλοίωτο. Ακόμη και όταν οι μυθολογικές νοοτροπίες διαιωνίζονται, η ταυτότητα συντίθεται και αποσυντίθεται μέσα από τις συγκυρίες της Ιστορίας, όπως σημειώνει εύστοχα ο Θάνος Λίποβατς στο «Ψυχανάλυση, Φιλοσοφία, Πολιτική Κουλτούρα».

Σε αυτήν την ιστορική συγκυρία, όμως, κανείς δεν έδειξε να λαμβάνει υπόψη του πως ο μητροπολίτης Ανθιμος καταφερόταν εναντίον των προσφύγων, λέγοντας πως δεν τους θέλει στη Θεσσαλονίκη, διατυμπανίζοντας παράλληλα πως «η ομοφυλοφιλία είναι θανάσιμο αμάρτημα». Είναι ο ίδιος άνθρωπος που υποστήριζε πως «δεν δικαιολογείται η εκτεταμένη δημοσιότητα για τον βιασμό παιδιού στο Παπάφειο». Η υπόθεση είναι γνωστή, όπως και η κατάληξή της.

Οι κυβερνήσεις του 20ού αιώνα δεν έπαψαν ποτέ να χρησιμοποιούν τα «θεία» εμπλέκοντας την εκκλησιαστική εξουσία με την έννοια του έθνους-κράτους. Το αποτέλεσμα ήταν η μεταβολή της Εκκλησίας σε πολιτικό θεσμό που κατέχει εξέχουσα θέση, διαδραματίζοντας σημαίνοντα ρόλο στην οικονομία, την παιδεία, την πολιτική και την κοινωνία.

Το στοίχημα είναι η ανεύρεση ενός νέου ρόλου της Εκκλησίας δίχως να αγνοηθεί το γεγονός πως οι θρησκευτικές παραδόσεις δεν σταμάτησαν ποτέ να συμβάλλουν στον σχηματισμό των συλλογικών ταυτοτήτων και νοοτροπιών. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να γίνει συνταγματική αναθεώρηση και διαχωρισμός Εκκλησίας – Κράτους χωρίς να ληφθεί υπόψη η δική μας ιστορία, το δικό μας «εθνικό μυθιστόρημα»; Αν αναλογιστούμε πως πριν από το 1830 δεν υπήρχε ελληνικό εθνικό κράτος και πως η Εκκλησία είχε τότε οικουμενικό χαρακτήρα, τότε μάλλον η ελληνική περίπτωση είναι πιο σύνθετη.

Ακόμη ένα παράδειγμα; Η Ιερά Σύνοδος θέσπισε την Ημέρα του Αγέννητου Παιδιού. Αυτό, από μόνο του, δεν θα αποτελούσε απαραίτητα λόγο διένεξης. Αντιθέτως. Πρόκειται για κάτι εντελώς αναμενόμενο, καθώς ο ρόλος της Εκκλησίας είναι να υπερασπίζεται την πίστη της και να αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή -ακόμη και ενός αγέννητου παιδιού- ως «δώρο Θεού». Ο αντικληρικαλισμός είναι παρωχημένος όσο και η πεποίθηση πως η ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία είναι σκοταδιστική.

Στην πραγματικότητα η ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία είναι εκκοσμικευμένη. Οι ιερείς δεν καίγονται όπως στην Ιρλανδία όταν οι γυναίκες κάνουν αμβλώσεις. Ούτε αντιδρούν όταν τα ζευγάρια χωρίζουν. Τουναντίον. Ευλογούν μέχρι και τρεις θρησκευτικούς γάμους.

Η συζήτηση ξεκινά, λοιπόν, όταν η θέση των ιερέων γίνεται θέση των πολιτικών, κάτι που συμβαίνει κατά κόρον στη νέα κυβέρνηση. Ενδεικτικά, η Χριστίνα Αλεξοπούλου, βουλευτής της Ν.Δ., έσπευσε να συνδέσει τη θέση της Εκκλησίας κατά των αμβλώσεων με τη λύση του δημογραφικού. «Η προστασία του αγέννητου παιδιού συνιστά κορυφαίο ζήτημα ηθικής και αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα στην αντιμετώπιση του δημογραφικού» ανάρτησε στο Διαδίκτυο.

Πώς διαμορφώνεται επομένως η ελληνική ψυχοπαθολογία, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο ενός άγχους με τις ρίζες του, μεταξύ άλλων, στον έλεγχο της αναπαραγωγής; Τι θέλουμε να γίνουμε σε μια χώρα όπου η Πολιτεία πάει χέρι χέρι με την Εκκλησία; Τι είδους «πολιτικό υποκείμενο» συγκροτείται εν μέσω των αντιφάσεων της ελληνικής μετανεωτερικότητας; Οι απαντήσεις μοιάζουν, και πάλι, να βρίσκονται στη φαντασιακή συγχώνευση ανάμεσα στον λαό–έθνος και την ορθόδοξη Εκκλησία ως επικρατούσα ταυτότητα, κάτι που δεν έπαψε να ισχύει ούτε τον 21ο αιώνα.

Η θέση της θρησκείας στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα είναι στενά συνδεδεμένη με τον ρόλο του «κοινωνικοπολιτικού κράτους» που έχει εγγραφεί στο ελληνικό ασυνείδητο ως «αντώνυμο» της «πατρίδας», όπως και με τα ανεπούλωτα ψυχικά τραύματα της τουρκοκρατίας, του Εμφυλίου και της χούντας. Ο διχασμός της ελληνικής ταυτότητας μοιάζει με τη σειρά του να είναι άρρηκτα δεμένος με τη θέση του ορθού λόγου στον χριστιανισμό.

Η πρόσφατη δημόσια έκφραση κληρικών πεποιθήσεων, που αποκλίνουν του ορθού λόγου, έκανε τον γύρο του Διαδικτύου. Οι μεσαιωνικού τύπου δοξασίες του μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτου αφορούσαν τον τρόπο που συλλαμβάνεται ένα παιδί και τον μετέπειτα σεξουαλικό του προσανατολισμό: «Η γυναίκα που κάνει πρωκτικό σεξ στη διάρκεια της εγκυμοσύνης γεννάει ομοφυλόφιλα τέκνα». Δεν χρειάζονται περαιτέρω σχόλια.

Η απουσία οντολογικής και ουσιοκρατικής σκέψης οδηγεί στη φετιχοποίηση των Γραφών, με αποτέλεσμα να προκαλείται ακόμη μία σύγκρουση του σύγχρονου υποκειμένου με τη νεωτερικότητα και να ενισχύεται ο διχασμός της ελληνικής ταυτότητας σε ψυχικό επίπεδο. Τουλάχιστον.