ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βάση Παναγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παλαιότερες έρευνες έχουν δείξει ότι οι ενήλικες αν μπορούν να επιλέξουν πού θέλουν να περνούν τον χρόνο τους ανάμεσα σε φυσικά ή αστικά περιβάλλοντα, προτιμούν τη φύση.

Οι επιστήμονες όμως μέχρι στιγμής δεν έχουν καταφέρει να εξακριβώσουν αν αυτή η προτίμηση κληρονομείται ή αν απλώς οι άνθρωποι την ενστερνίζονται σιγά σιγά μέσω της βιωματικής εμπειρίας.

Ομάδα ψυχολόγων από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου επιχείρησε να δώσει απάντηση στο αιωρούμενο μέχρι στιγμής ερώτημα. Αν γεννιόμαστε δηλαδή με την αγάπη για τη φύση ή αν μαθαίνουμε να την αγαπάμε μεγαλώνοντας, μέσα από την επαφή μας μαζί της.

Στην έρευνα συμμετείχαν διακόσια τριάντα εννέα παιδιά, ηλικίας από τεσσάρων μέχρι έντεκα ετών. Σε τι συμπεράσματα κατέληξαν οι ερευνητές; Οτι τα παιδιά προτιμούν τα αστικά τοπία σε αντίθεση με τους εκατόν εξήντα επτά ενήλικες που συμμετείχαν και αυτοί στην έρευνα.

Ομως δεν έδειξαν την ίδια προτίμηση και τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά, που διαφοροποιήθηκαν επιλέγοντας στην πλειονότητά τους τα φυσικά περιβάλλοντα έναντι των αστικών.

Η διαφοροποίηση αυτή των επιλογών τους οδήγησε τη σκέψη των επιστημόνων που διεξήγαγαν την έρευνα ότι τελικά η σχέση με τη φύση μπορεί να δημιουργείται και να αναπτύσσεται σταδιακά όσο μεγαλώνουμε, παρά ότι είναι κληρονομητέα.

«Υποθέσαμε ότι τα παιδιά θα προτιμήσουν τα φυσικά τοπία γιατί αυτή είναι η επιλογή των περισσότερων ενηλίκων. Βρεθήκαμε όλοι προ εκπλήξεως όταν διαπιστώσαμε ότι συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο» δήλωσε η διδακτορική σπουδάστρια Kim Lewis Meidenbauer, που ήταν και η κύρια συγγραφέας της μελέτης, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Enviromental Psychology.

Στα συμπεράσματα της μελέτης καταγράφηκε και η διαπίστωση ότι ο χρόνος που μπορεί να περνούσαν τα παιδιά έξω από το σπίτι, κοντά στη φύση, δεν έπαιζε κανέναν ρόλο στις επιλογές τους.

«Ας μη βιαστεί κανείς να μεταφράσει τα ευρήματα της έρευνάς μας αρνητικά προς τη σχέση φύσης – παιδιών. Οτι δηλαδή η επαφή με τη φύση δεν προσφέρει τίποτα στα παιδιά» δήλωσε ο Marc Berman, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ψυχολογίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Νευροεπιστημών (Environmental Neuroscience Lab) στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και εις εκ των κύριων συγγραφέων της μελέτης.

«Πάρα πολλές έρευνες που ασχολούνται με τις επιδράσεις της φύσης, ακόμα και έρευνες του δικού μας εργαστηρίου, έχουν δείξει ότι τα οφέλη σε γνωστικό, κοινωνικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο υγείας στους ενήλικες δεν έχουν κινητήρια δύναμη την ψυχική τους διάθεση ή προτίμηση.

»Επομένως δεν μπορούμε να πούμε ότι τα οφέλη που αποκομίζουν τα άτομα σε επίπεδο γνωστικών ικανοτήτων από την επαφή τους με τη φύση είναι αποτέλεσμα της αγάπης τους για αυτήν ή όχι, να λειτουργεί δηλαδή σαν ένα είδος ηδονιστικής ανταπόκρισης.

»Επίσης η μελέτη μας αποδεικνύει ότι η αγάπη για τη φύση δεν “δίνεται” στην παιδική ηλικία. Γι’ αυτό και υποστηρίζουμε ότι η έκθεση των παιδιών στο φυσικό περιβάλλον σε μικρή ηλικία και οι εμπειρίες τους εξερευνώντας ή παρατηρώντας τη φύση μπορεί να παίζουν κρίσιμο ρόλο στη μετέπειτα σχέση και εκτίμηση της συνεισφοράς της στη ζωή τους».

Ο Marc Berman με την ιδιότητά του ως ειδικού στη σχέση μεταξύ περιβαλλοντικών ερεθισμάτων και εξατομικευμένης νευρωνικής (γνωστικής) επεξεργασίας με προηγούμενη έρευνά του βοήθησε την εκπαιδευτική κοινότητα (Εκπαιδευτική Νευροεπιστήμη ονομάζεται ο νέος σχετικά τομέας) να κατανοήσει το πώς οι γνωστικές ικανότητες και λειτουργίες μπορούν να επηρεαστούν θετικά από την επαφή με τη φύση, έστω κι αν αυτή η επαφή είναι μέσω βίντεο ή έκθεση σε εικόνες τοπίων/θεμάτων της φύσης.

Μέχρις στιγμής οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει να προσδιορίσουν μια απτή αιτία για τη διαφοροποίηση των προτιμήσεων ενηλίκων και παιδιών απέναντι σε φυσικά και αστικά περιβάλλοντα.

Μία θεωρία υποστηρίζει ότι τα παιδιά επηρεάζονται από τους γονείς τους και ότι αυτή η επιρροή χρειάζεται χρόνο για να εξωτερικευτεί, θεωρία που βασίζεται στα δεδομένα της έρευνας που έδειξαν ότι στις προτιμήσεις των μεγαλύτερων σε ηλικία παιδιών αντικατοπτρίζονταν οι προτιμήσεις των γονέων τους.

«Είναι σημαντικό να κρατήσουμε ως καθοριστική πληροφορία ότι τα παιδιά δεν χρειάζεται να αγαπούν τη φύση για να επωφεληθούν των ευεργεσιών της. Αρκεί και μόνο να εκτίθενται σε φυσικά περιβάλλοντα, για να ωφεληθούν σε όλα τα επίπεδα» δήλωσαν οι ερευνητές, που φιλοδοξούν να συνεχίσουν την έρευνά τους προκειμένου να διερευνήσουν αν στις προτιμήσεις ανάμεσα σε φυσικά ή αστικά περιβάλλοντα παίζουν ρόλο και άλλοι αχαρτογράφητοι ακόμα παράγοντες, αλλά και να επεκτείνουν την έρευνά τους στους ενήλικες.

Για την εκπόνηση της μελέτης η Kim Lewis Meidenbauer σε συνεργασία με τους συναδέλφους της, που συμμετείχαν και στη συγγραφή, πήραν συνεντεύξεις από ενενήντα παιδιά που ζουν στο Σικάγο και από άλλες περιοχές του Ιλινόις, από εκατό παιδιά που κατοικούσαν σε άλλες Πολιτείες της Αμερικής και από έντεκα παιδιά που κατοικούσαν σε αγγλόφωνες χώρες.

Στόχος τους ήταν να έχουν τουλάχιστον είκοσι παιδιά από κάθε ηλικιακή ομάδα. Επίσης ανέλυσαν ξεχωριστά τις απαντήσεις όσων παιδιών είχαν αδέλφια, τα οποία όμως εξαιρέθηκαν από την έρευνα.

Προφανώς έχει έρθει η στιγμή που η επιστήμη ανακαλύπτει, αποδέχεται και προτείνει ως θεραπευτικό μέσο και καθοριστικό παράγοντα για την ευημερία της ανθρώπινης ύπαρξης τη φύση, σε ολιστικό μάλιστα επίπεδο.