Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια βάρκα σε πάει στην Παναγιά τη Γιαλιώτισσα. Σκύβεις δεξιά, σκύβεις ζερβά, άλλα νερά από δω, άλλα από κει. Θαλασσινά χρώματα, άγνωστα, πάνε κι ενώνονται μ’ αυτά του μαρμάρου, του λίγδου, της ασβεστόπετρας. Ψηλά στη γης, στα κατσικοχώματα, πρασινωπές κοψιές της ελιάς, του σκίνου, του πουρναριού. Στα χαμηλά πικροδάφνες, καλαμιές, λυγαριές, βούρλα. Κι εκεί στην άκρη το κρινάκι της άμμου.

Ακρογιαλιά απάτητη από στεριά. Ο δρόμος σταματά στα ρουμάνια και στις ρεματιές. Κάτω από ’να βράχο βρίσκεται το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γιαλιώτισσας, της Παναγιάς του γιαλού. Αρχαία, παλαιοχριστιανικά σπαράγματα δείχνουν τη συνέχεια. Κάποιες χρονιές σταλάζει το αγίασμα δίπλα στο πεύκο. Αλειτούργητο ξωκλήσι τον περισσότερο καιρό, περιμένει καρτερικά τον άγνωστο περιπατητή να ανοίξει την πόρτα της ταπεινότητάς του.

Αυτή που κάλυψαν τα τάματα των ευσεβών. Ευπρέπισαν, δήθεν, το σήμερα, κρύβοντας, μερικές φορές εξαφανίζοντας, την ομορφιά τού χθες. Αν ζούσε σήμερα ο μερακλής μάστορας που πελεκούσε την πέτρα, ροκάνιζε με το χέρι τους κορμούς των δέντρων, θα δάκρυζε. Δεχόμαστε την πορεία των πραγμάτων και περιμένουμε τον γυρισμό του κύκλου.

Ως τότε πορευόμαστε μαζί με τις ελιές. Ανεβαίνουμε, κατεβαίνουμε λόφους, βουνά, πλαγιές. Ριχνόμαστε σε ρεματιές, σταματάμε σε βράχια, περνάμε από ξηρούς χειμάρρους, αγναντεύουμε τη θάλασσα, ξεδιψάμε με γλυφό νερό. Στα στήθια μας σταματάνε οι φουρτούνες της θάλασσας και της στεριάς.

Μετά φουσκώνουν, σαν πανιά παλιού τρικάταρτου. Πλέουμε σε θάλασσες και στεριές, ακολουθούμε τις ακτογραμμές. Είτε είναι αμμουδιά είτε βράχια. Ισορροπούμε στην ίσαλο γραμμή της γης και του νερού. Δεν μας ενδιαφέρουν οι ναυτικές ορολογίες, ούτε των άλλων επιβατών του κόσμου. Εχουμε φτιάξει τις δικές μας. Μετά από κάθε ταξίδι αναρωτιόμαστε αν μίκρυνε η ζωή μας. Ας αφήσουμε τη ροή των πραγμάτων στον εαυτό τους. Τα ερωτήματα συγχέουν.

Βαδίζουμε στα χώματα της Ιεράς χρόνους και χρόνους μετά την απουσία της. Κάποια στιγμή θα τη συναντήσουμε. Στα κτίσματα, στις αποθήκες, στα κιούπια και στους αμφορείς με τα τρόφιμα, στους ναούς των προγόνων, στα σπασμένα αγάλματα. Μας περιμένει με υπομονή, σαν καθετί αληθινό.

Βγήκε ολόγιομο το φεγγάρι του Αυγούστου. Στέκεται στην κορυφογραμμή, απέναντί μας. Ετσι ήταν και πέρσι; Τούτο της θάλασσας είναι αλλιώτικο. Δεν μοιάζει μ’ αυτό των ανθρώπων και των πόλεων, αυτό το ξεραμένο. Το δικό μας είναι όλο φέγγος.

Φέγγει τη βάρκα, τα όνειρά μας που είναι η ζωή. Κι έτσι πλέουμε, στις μέρες που τελειώνουν κι αρχίζουν. Δεν κρατάμε ημερολόγιο γης, μόνο καταστρώματος. Γινόμαστε ποιητές, προσκυνητές στις Παναγιές του κάθε μικρού γιαλού.

* συγγραφέας, διδάκτορας, Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας