Συχνά συγγενείς, φίλοι, σύντροφοι, διηγούνται ιστορίες για την αυταρχική μεταπολεμική Δεξιά, που συνήθιζε να κινείται στα όρια (ή λίγο έξω) της δημοκρατικής νομιμοποίησης, τις οποίες οι νεότεροι έχουμε απλά προσεγγίσει μέσω ιστορικών πηγών. Μια τέτοια πράξη ακραίου αυταρχισμού και παράλληλα κοινωνικής αναλγησίας, βγαλμένη από την παράδοση της ελληνικής Δεξιάς, αποτυπώθηκε στην ιστορική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ) για την κατάργηση του αυτοδιοίκητου του ΚΕΘΕΑ (Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων). Αξίζει να σημειωθεί ότι το υπουργείο Υγείας πέρασε Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, παρότι είχε θέσει σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης Σχέδιο Νόμου, στο οποίο προφανώς θα μπορούσε να συμπεριληφθεί, υπό τη «βάσανο» της δημόσιας διαβούλευσης βέβαια, η σχετική πρόθεσή του αναφορικά με το ΚΕΘΕΑ.
Μέχρι σήμερα, το ΚΕΘΕΑ αυτοδιοικείται από 9μελές διοικητικό συμβούλιο, εκλεγόμενο ανά διετία από γενική συνέλευση, στην οποία συμμετέχουν από όλη τη χώρα εργαζόμενοι, μέλη των Συλλόγων Οικογένειας του ΚΕΘΕΑ, μέλη των θεραπευτικών προγραμμάτων που βρίσκονται στη φάση της κοινωνικής επανένταξης, καθώς και επίτιμα (τέως) μέλη του Δ.Σ. του ΚΕΘΕΑ. Η συμμετοχή στο Δ.Σ. είναι εθελοντική και άμισθη. Με την ΠΝΠ, το Δ.Σ. θα διορίζεται από τον υπουργό Υγείας, τα μέλη του οποίου θα πρέπει να είναι μεταξύ άλλων «καταξιωμένα πρόσωπα του οικονομικού χώρου», θα είναι «έμμισθα και ελευθέρως ανακλητά». Και μιλάμε για έναν φορέα που από το 1983 βρίσκεται στην πρωτοπορία όχι μόνο της αντιμετώπισης των εξαρτήσεων, αλλά και των διοικητικών – οργανωτικών καινοτομιών σε ό,τι αφορά τη διαφάνεια και τη δημόσια λογοδοσία του.
Η λειτουργία του αυτοδιοίκητου μέσα από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού βασίζεται ακριβώς στη λογική της συμμετοχής όλης της κοινότητας, όλου του υποστηρικτικού δικτύου στη θεραπεία, στην επανένταξη και στη λήψη αποφάσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, το προηγούμενο διάστημα, που είχε την ευθύνη αντιμετώπισης των εξαρτήσεων το Υπουργείο Υγείας, δεν υπήρξε επίσκεψη σε δομές του ΚΕΘΕΑ σε όλη τη χώρα, όπου να μην ήταν παρόντες εκτός από τους εργαζόμενους, τους θεραπευόμενους και τους αποφοίτους των προγραμμάτων και εκπρόσωποι των συλλόγων οικογένειας. Και αυτό συμβαίνει γιατί στη μάχη απέναντι στην εξάρτηση χρειάζονται όλοι, από τις οικογένειες μέχρι τους αποφοίτους των προγραμμάτων, πρώην εξαρτημένους, πολλοί εκ των οποίων, ως ειδικοί θεραπευτές πια, συνεχίζουν τη μάχη.
Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια ξεκάθαρη παρέμβαση σε ένα πεδίο, αυτό της αντιμετώπισης εξαρτήσεων, στο οποίο η κυβερνητική παράταξη δεν έχει και δεν θέλει να έχει ιδιαίτερη παράδοση, δεν είχε ούτε μια λέξη γραμμένη στο πρόγραμμα για την υγεία που παρουσίαζε με τυμπανοκρουσίες προεκλογικά και τα πραγματικά κίνητρα αυτής της κίνησης –που προφανώς δεν έχουν να κάνουν με τη χρηστή διοίκηση, καθώς το ΚΕΘΕΑ είναι υπόδειγμα διαφάνειας λόγω ακριβώς και του διοικητικού μοντέλου οργάνωσής του– προκαλούν ερωτήματα, πέραν των προφανών εξηγήσεων.
Μπορεί να εξηγηθεί «μικροπολιτικά» μια τέτοια αλλαγή, απλά και μόνο ως η βούληση του «x» κυβερνητικού παράγοντα να τοποθετήσει ακόμη κάποιους «ημέτερους» σε έμμισθες πολιτικές θέσεις, απόλυτα ελεγχόμενες από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία;
Είναι εμμονή να ερμηνευθεί ιδεολογικά αυτή η παρέμβαση ως η προσπάθεια να πειθαρχήσει ή να παραδειγματιστεί ένας παραδοσιακά προοδευτικός φορέας (για να μην πω στη γλώσσα των κυβερνώντων «αριστερό μαγαζί») στη νέα τάξη πραγμάτων;
Είναι απλά αβλεψία του συντάκτη ότι με την ΠΝΠ ο σκοπός του ΚΕΘΕΑ δεν περιγράφεται πουθενά, όπως και η αποστολή του, όπως και η δυνατότητά του να ιδρύει νέες μονάδες; Μήπως αυτή η εξέλιξη συναρτάται με την προσπάθεια του ιδιωτικού τομέα να ανακαταλάβει ζωτικό χώρο στο πεδίο αντιμετώπισης των εξαρτήσεων, που απολύτως συνειδητά επιχείρησε να του στερήσει η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ;
Θυμίζω ότι -παρά τις αιτιάσεις του πάντα συμπαθούς ΚΚΕ- οι συνέργειες μεταξύ των δημόσιων φορέων τόσο στην κατάρτιση όσο και στην υλοποίηση του Στρατηγικού Σχεδίου για την Αντιμετώπιση των Εξαρτήσεων (2018) στην πραγματικότητα αποτυπώνουν την πολιτική βούληση σημαντικής χρηματοδοτικής (περίπου 25 εκ. €) και επιχειρησιακής τους ενίσχυσης μέσα και από κοινές παρεμβάσεις. Παράλληλα, η θέσπιση αυστηρών όρων και προδιαγραφών (Υ. Α. ΦΕΚ 2463/Β΄/21-06-2019) στη λειτουργία μεταξύ άλλων «αόρατων» μονάδων ιδιωτικών φορέων, δημιουργούν συνθήκες «ασφυξίας» για το ιδιωτικό κεφάλαιο στον χώρο αντιμετώπισης των εξαρτήσεων.
Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως απλά να επιστρέφει η «κανονικότητα» στο πεδίο αντιμετώπισης των εξαρτήσεων και άδικα τρομάξαμε.
* τ. αν. γενικός γραμματέας υπουργείου Υγείας
