Πόσο δεδομένη μπορεί να θεωρείται μια ενιαία στάση των «27» απέναντι στις εξελίξεις του Brexit από σήμερα μέχρι και τη σύνοδο κορυφής της 17-18.10; Πού υπάρχει ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τους εταίρους του Λονδίνου; Στο δυσθεώρητο οικονομικό κόστος μιας ασύντακτης εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. ή σε ένα συνολικό βραχυκύκλωμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στη σκιά μιας αορίστου χρόνου εμπλοκής της υλοποίησης του Brexit;
Τα μέχρι τώρα δεδομένα πιστοποιούν ότι η Γερμανία θα ήταν πρόθυμη να εξαντλήσει κάθε περιθώριο ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ενός σκληρού Brexit, το οποίο, σε συνδυασμό με την είσοδο της χώρας σε ύφεση αλλά και την απειλή Τραμπ για εμπορικό πόλεμο με την Ευρώπη, παραπέμπει σε μια συνολική δραματική επιδείνωση της οικονομικής συγκυρίας.
Σε απόλυτη αντίστιξη με τη Γερμανία βρίσκεται η Γαλλία του Μακρόν που αφήνει να εννοηθεί ότι δεν θα διστάσει να προβάλει βέτο σε μια πρόταση τρίμηνης χρονικής μετάθεσης του Brexit.
Το σκηνικό των ευρωπαϊκών συσχετισμών και ισορροπιών για τις επόμενες βδομάδες είναι ήδη διακριτό: Με πρώτη τη Γαλλία, η πλειονότητα των χωρών-μελών της Ε.Ε. θα επιδιώξει χειροπιαστά αντισταθμιστικά οφέλη προκειμένου να συγκλίνει με τη στάση του Βερολίνου απέναντι στις εξελίξεις στο μέτωπο του Brexit.
O πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τζόνσον, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, φέρεται αποφασισμένος τυπικά μεν να ζητήσει την παράταση που του επέβαλε η Βουλή, ουσιαστικά όμως να κάνει ό,τι μπορεί για να αυξήσει την πιθανότητα ενός βέτο στη σύνοδο κορυφής του Οκτωβρίου. Ετσι το ερώτημα τι μπορεί να κάνει ο Τζόνσον στις πέντε βδομάδες που θα παραμείνει κλειστή η Βουλή των Κοινοτήτων, για να ανακτήσει την πρωτοβουλία κινήσεων, θα πρέπει να συνοδεύεται από το ερώτημα πώς θα αντιδράσουν οι 27 εταίροι του Ηνωμένου Βασιλείου.
Δίχως υπερβολή, είναι πιθανό η αναζήτηση κοινής ευρωπαϊκής στάσης στο Brexit να φωτίσει μια εξίσου χαοτική εικόνα με αυτήν που διαμορφώθηκε εδώ και τρία χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016.
