ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιώργος Πετρόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν 4 Αυγούστου 1936, ώρα 8 μ.μ., όταν ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς συγκάλεσε το υπουργικό συμβούλιο και ζήτησε από τους υπουργούς του να υπογράψουν δύο διατάγματα. Υπέγραψαν όλοι εκτός από δύο υπουργούς κι έναν υφυπουργό που παραιτήθηκαν.

Με το πρώτο διάταγμα αναστελλόταν η ισχύς βασικών άρθρων του Συντάγματος και με το δεύτερο διαλυόταν η Βουλή. Στις εισηγητικές εκθέσεις που τα συνόδευαν, αιτιολογικό για την επιβολή της δικτατορίας προβαλλόταν ο λεγόμενος κομμουνιστικός κίνδυνος. Το γνωστό δηλαδή παραμύθι το οποίο προκάλεσε πολλά δεινά στην Ελλάδα μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974. Οι δημοκρατικές ελευθερίες είχαν καταλυθεί.

Η δικτατορία του Μεταξά

Το καθεστώς που επιβλήθηκε τότε στη χώρα έμεινε στην ιστορία ως «Δικτατορία της 4ης Αυγούστου» αλλά πριν από την επιβολή του είχε προηγηθεί ένα άλλο καθεστώς που το προετοίμασε. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους.

Ο ίδιος ο Μεταξάς αναρριχήθηκε πολύ εύκολα στην κυβερνητική εξουσία, πολύ πριν γίνει δικτάτορας, με την ανοχή και στήριξη του αστικού πολιτικού κόσμου- ιδιαίτερα των δύο μεγάλων κομμάτων, του κόμματος των φιλελευθέρων και του δεξιού Λαϊκού κόμματος- παρόλο που από τον Γενάρη του ’34 με συνέντευξή του στην «Καθημερινή» δήλωνε: «Το πρόβλημα δεν είναι πως θα μείνωμεν εις τον κοινοβουλευτισμόν, αλλά διά ποίας θύρας θα εξέλθωμεν εξ αυτού. Διά της θύρας του κομμουνισμού ή διά της θύρας του εθνικού κράτους».

Ο αστικός πολιτικός κόσμος αποδέχτηκε στις 5 Μάρτη του ’36 τον διορισμό του Μεταξά από τον βασιλιά Γεώργιο στη θέση του υπουργού των στρατιωτικών και στήριξε την κυβέρνηση Δεμερτζή, στην οποία ο επίδοξος δικτάτορας ήταν αντιπρόεδρος.

Στις 27 Απριλίου του ιδίου έτους -μετά τον θάνατο του Δεμερτζή- έδωσε σχεδόν σύσσωμος ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μεταξά και τρεις μέρες αργότερα ψήφισε στη Βουλή τη διακοπή των εργασιών της μέχρι το τέλος Σεπτέμβρη, δίνοντας στον μετέπειτα δικτάτορα και στην κυβέρνησή του το δικαίωμα να εκδίδουν διατάγματα.

Ετσι εγκαθιδρύθηκε στη χώρα ένα ιδιότυπο καθεστώς που αργότερα πολύ εύστοχα ονομάστηκε «καθεστώς της 3 ½ Αυγούστου», που δηλώνει το ενδιάμεσο καθεστώς «ημιδικτατορίας».

Το μεταξικό «ιδιώνυμο» και οι διώξεις

Οπως ήταν αναμενόμενο το δικτατορικό καθεστώς εξαπέλυσε απηνή διωγμό εναντίον των κομμουνιστών, των αριστερών και των προοδευτικών πολιτών αλλά και των ιδεών στις οποίες όλοι αυτοί αναφέρονταν

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1936, συνελήφθη από την Ασφάλεια ο γ.γ. της Κ.Ε. του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδης. Την επομένη, 18 Σεπτεμβρίου, η δικτατορία δημοσίευσε τον Αναγκαστικό Νόμο 117 «Περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών».

Ο νόμος αυτός ερχόταν προς αντικατάσταση του νόμου 4229/25-7-1929 «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», του περιβόητου δηλαδή «ιδιωνύμου» που είχε ψηφίσει το 1929 η κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στην πραγματικότητα, ο Α.Ν. 117/1936 υπήρξε συνέχεια του βενιζελικού «ιδιωνύμου» και προσαρμογή του στις νέες συνθήκες της δικτατορίας.

Δεν το καταργούσε, αλλά επαναλάμβανε τις κύριες διατάξεις του επί το αυταρχικότερον, εισάγοντας και νέα «εγκλήματα», τα οποία οι κρατικές αρχές καλούνταν να αντιμετωπίσουν. Οι βασικές διατάξεις του μεταξικού «ιδιωνύμου» προέβλεπαν ποινή φυλάκισης μέχρι 5 ετών και ποινή εκτόπισης έξι μηνών μέχρι δύο ετών (που επιβάλλονταν από τον ποινικό δικαστή και εκτίονταν μετά την εκτέλεση της κύριας ποινής) για οποιονδήποτε «όστις εγγράφως, προφορικώς ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον αμέσως ή εμμέσως επιδιώκει την διάδοσιν, ανάπτυξιν και εφαρμογήν θεωριών, ιδεών ή κοινωνικών, οικονομικών και θρησκευτικών συστημάτων τεινόντων εις την ανατροπήν του κρατούντος εν τη χώρα κοινωνικού καθεστώτος ή εις την απόσπασιν ή αυτονόμησιν μέρους της επικρατείας ώς και ο προσηλυτίζων εις τας θεωρίας, ιδέας και συστήματα ταύτα καθ’ οιονδήποτε τρόπον» (άρθρο 1).

Για το ίδιο «αδίκημα» το βενιζελικό «ιδιώνυμο» προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και εκτοπισμό ενός μηνός μέχρι δύο ετών για οποιονδήποτε επιδίωκε «την εφαρμογή ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ’ του όλου της Επικρατείας, ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν».

Οπως σωστά παρατηρεί ο Ρούσος Κούνδουρος «Το ενδιαφέρον σημείο του Αναγκαστικού Νόμου 117 είναι ότι η λέξη ‘‘βιαίως’’ παραλείπεται. Ο δράστης δεν χρειάζεται πια να προσπαθεί να ανατρέψει βιαίως. Αρκεί να προσπαθούσε να ανατρέψει, έστω και ειρηνικά εκείνο που η δικτατορία όριζε σαν κοινωνικό καθεστώς» (Ρούσος Κούνδουρος: «Η Ασφάλεια του καθεστώτος», εκδόσεις Καστανιώτη, σελ. 104).

Στο ίδιο πνεύμα ο Ν. Αλιβιζάτος προσθέτει: «Η εξέλιξη σχετικά με το κύριο έγκλημα που προβλεπόταν από το αντίστοιχο άρθρο του ‘‘ιδιωνύμου’’ ήταν σαφής: δεν ήταν απαραίτητο να είχε επιδιώξει ο κατηγορούμενος την εφαρμογή ιδεών ‘‘εχουσών ως έκδηλον σκοπόν’’ την ‘‘διά βιαίων μέσων’’ ανατροπή του κρατούντος κοινωνικού συστήματος όπως προέβλεπε ο νομοθέτης του 1929. Για τον νομοθέτη του δικτατορικού καθεστώτος αρκούσε για την καταδίκη των προσώπων κατά των οποίων στρεφόταν, η απόπειρα να διαδοθούν οι ιδέες αυτές με οποιαδήποτε μέσο». (Ν. Αλιβιζάτος: «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922- 1974», εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 418).

Ο μεταξικός αντικομμουνιστικός νόμος προέβλεπε τις ίδιες, με το άρθρο 1, ποινές και για οποιονδήποτε εξωθούσε τους εργάτες σε κήρυξη απεργίας ή συμμετείχε σε απεργία. Ιδιαίτερα επιβαρυντική περίπτωση χαρακτηριζόταν η συμμετοχή σε τέτοιες ενέργειες δημοσίων, δημοτικών ή εκκλησιαστικών υπαλλήλων, κληρικών, υπαλλήλων οργανισμών δημοσίου δικαίου ή εργατικών σωματείων, στρατιωτικών κ.ά.

Επίσης απαγόρευε τη σύσταση σωματείων ή ενώσεων που θεωρούνταν ανατρεπτικά για το καθεστώς και διέλυε όσα από τα υπάρχοντα είχαν χαρακτηριστεί ως τέτοια από τα όργανα του καθεστώτος. Επιπλέον, απαγόρευε τις συγκεντρώσεις σε υπαίθριο ή κλειστό χώρο, στις οποίες επρόκειτο να αναπτυχθούν ανατρεπτικές για το κοινωνικό καθεστώς θεωρίες, ιδέες και συστήματα.

Αν μάλιστα τα προαναφερθέντα αδικήματα είχαν τελεστεί διά του Τύπου προβλεπόταν προσωρινή παύση της ασκήσεως επαγγέλματος μέχρι έξι μηνών στον δημοσιογράφο, εκδότη ή τυπογράφο και μέχρι τριών ετών σε περίπτωση υποτροπής και διατασσόταν «η κατάσχεσις των τυπογραφικών οργάνων». Παρόμοιες διατάξεις είχε και το «ιδιώνυμο», αν και για ορισμένες περιπτώσεις προέβλεπε μικρότερες ποινές.

Για την περίοδο που κράτησε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία αναφορικά με τις επιπτώσεις που είχε το αντικομουνιστικό νομικό καθεστώς πάνω στις λαϊκές ελευθερίες που ούτως ή άλλως είχαν συρρικνωθεί.

Ο Κορωνάκης γράφει ότι «υπέρ τα 80.000 άτομα εβασανίσθησαν επί μήνας ολοκλήρους εις τα κρατητήρια των Ασφαλειών και των παραρτημάτων των, εις τας μονίμους φυλακάς του κράτους και τας ερημονήσους του Αιγαίου» (Ι. Γ. Κορωνάκη: «Η Πολιτεία της 4ης Αυγούστου», Αθήναι 1950, σελ. 45). Το ίδιο το καθεστώς κατέβαζε τις συλλήψεις στις 50.000, διατυμπανίζοντας ότι απ’ αυτούς οι 47.000 είχαν υπογράψει δήλωση μετανοίας (Γ. Ρούσσου: «Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Εθνους», εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑ, τόμος 7ος, σελ. 90).

Επρόκειτο για εξωφρενικό αριθμό που υπερέβαινε κατά πολύ τα μέλη του ΚΚΕ και που είχε γίνει κατορθωτός αφού προηγουμένως είχαν αναγκαστεί να υπογράψουν δηλώσεις αποκήρυξης του ΚΚΕ πολλοί μη κομμουνιστές, ακόμη και αντικομουνιστές.

Αυτές τις δηλώσεις ο υπουργός Ασφαλείας του καθεστώτος, Κ. Μανιαδάκης, είχε υποχρεωθεί σε μια εγκύκλιό του προς τα αστυνομικά όργανα να τις χαρακτηρίσει ηλίθιες και μέθοδο εξαναγκασμού των ατόμων να δηλώνουν την αφοσίωσή τους στο Μεταξά (Δ. Γ. Κούσουλα: «Επιβουλή και Αποτυχία- Η ιστορία του ΚΚΕ 1918- 1939», εκδόσεις ΚΑΜΠΑΝΑ, σελ. 123). Ηταν τέτοια η βαναυσότητα της συμπεριφοράς του καθεστώτος προς τον λαό που ξεπερνούσε τα όρια του γελοίου!