Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η διεκδίκηση της επιστροφής των Γλυπτών της Ακρόπολης από την Αγγλία ξεκίνησε με τη σύσταση του ελληνικού κράτους και ίσως αποτελεί την πιο μακροχρόνια, σταθερή πολιτική επιδίωξη της Ελλάδας.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι από την πρώτη επίσημη προσπάθεια, που έγινε το 1836, για την επιστροφή ενός μικρού μέρους των κλοπιμαίων του «βουλιμικού άρπαγα αρχαιοτήτων» Ελγιν, δινόταν ιδιαίτερη έμφαση στην αποφυγή κάθε ενέργειας ή παραδοχής, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους για τις επόμενες διαπραγματεύσεις, μέχρι την ολοκλήρωση της επιστροφής των Γλυπτών.

Με δύο λόγια, τότε, πριν από 183 χρόνια, μελέτησαν προσεκτικά την κάθε κίνησή τους, κάτι το οποίο, όπως φαίνεται, δεν έκανε ο σημερινός πρωθυπουργός με την πρόσφατη πρότασή του για να μας… δανείσουν τα Γλυπτά μας…

Η πρώτη αυτή προσπάθεια για την επιστροφή Γλυπτών της Ακρόπολης, που βρίσκονταν ήδη στο Βρετανικό Μουσείο, αποτυπώνεται σε σειρά εγγράφων, τα οποία διασώζονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Απ’ αυτά φαίνεται ότι υπήρξε μια στρατηγική για μια «βήμα- βήμα» διεκδίκηση, η οποία:

Αρχιζε με τη διεκδίκηση της επιστροφής των τεσσάρων κομματιών της ζωφόρου του ναού της Απτέρου Νίκης, ο οποίος είχε, στο μεταξύ, αποκατασταθεί, και θα συνεχιζόταν για τα άλλα Γλυπτά,

Γι’ αυτό δινόταν ιδιαίτερη έμφαση να γίνονται προσεκτικές κινήσεις που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η γραμματεία (υπουργείο) Εκκλησιαστικών, που είχε την ευθύνη των αρχαιοτήτων, τόνιζε σε έγγραφό της, με ημερομηνία 18 Ιουνίου 1836, να δοθούν οδηγίες στον Ελληνα πρέσβη στον Λονδίνο ώστε:

1. Ν’ αποφύγει οποιαδήποτε κατηγορηματική δήλωση σχετικώς προς τα άλλα Γλυπτά του λόρδου Ελγιν.

2. Να εξασφαλίσει την ευχέρεια στην κυβέρνηση να προχωρήσει σε περαιτέρω διεκδίκηση.

Η πρώτη προσπάθεια επιστροφής τμήματος των κλοπιμαίων του Ελγιν, που ουσιαστικά επισημοποιούσε την ελληνική θέση για διεκδίκηση της κυριότητας ολόκληρης της συλλογής, που είχε αγοραστεί από το 1816 αντί 35.000 λιρών από το Βρετανικό Μουσείο, ξεκίνησε μετά την αποκατάσταση του ναού της Απτέρου Νίκης.

Συγκεκριμένα, όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα «Αρχαιολογική» του Οκτωβρίου 1837, μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων από την Ακρόπολη (Απρίλιος 1834) ξεκίνησαν αρχαιολογικές εργασίες, στη διάρκεια των οποίων «ο ναός της Νίκης εφάνη όλος κεχωσμένος και κατεδαφισμένος, ελλειπόντων ολίγων μόνον μερών αυτού […] Η ανέγερσις του ναού τούτου απεφασίσθη και ήρχισεν αμέσως μετά δραστηριότητος. Αλλ’ ήτον πεπρωμένον και τούτο το κομψόν έργον της αρχαιότητος να μείνη κολοβόν, διότι τέσσερα τμήματα της ζωφόρου αυτού, […] απήχθησαν υπό του Ελγινος […] ενώ ο ναός του οποίου μέρος αποτελούν ανηγέρθη ήδη και στερείται μόνον αυτών».

Ετσι, στις 18 Ιουνίου 1836 (30 Ιουνίου, με το νέο ημερολόγιο) η γραμματεία Εκκλησιαστικών έστειλε έγγραφο στη γραμματεία Επικρατείας, στο οποίο αναφέρεται ότι θα μπορούσε να προταθεί στην αγγλική κυβέρνηση η εξής ανταλλαγή:

▪ Να επιστραφούν τα τμήματα της ζωφόρου του ναού της Απτέρου Νίκης και σε αντάλλαγμα «να προσφερθούν αντίγραφα άλλων ανάγλυφων της ζωφόρου, τα οποία δεν είχαν ακόμα δημοσιοποιηθεί».

«Μιας τέτοιας μορφής δημοσιοποίηση θα πρέπει να εκληφθεί, σύμφωνα με τους κανόνες, που έχουν θεσπισθεί μεταξύ των ευρωπαϊκών μουσείων, ως μια εξαιρετικά μεγάλη χάρη», αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο. Και προστίθεται:

«Ακόμη και αν τα αντίγραφα αυτά δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ένα δίκαιο αντάλλαγμα για τα τέσσερα γνήσια τμήματα, θα περίμενε κανείς δικαιοσύνη και επίδειξη φιλελληνισμού [σ.σ.!] από την αγγλική κυβέρνηση, η οποία θα έπρεπε να προσφερθεί από μόνη της να αποκαταστήσει τα τέσσερα τμήματα που αποσπάστηκαν από τον Λόρδο Ελγιν από τη στιγμή που το οικοδόμημα, στο οποίο ανήκουν έχει, παρά τις αντίθετες προσδοκίες, απολύτως αποκατασταθεί».

Ο Οθωνας με έγγραφό του στις 29 Ιουνίου εγκρίνει την πρόταση και ορίζεται με Βασιλικό Διάταγμα η αποστολή που θα μεταβεί στο Λονδίνο «για την έναρξη των διαπραγματεύσεων με το υπουργικό συμβούλιο της Αγγλίας με θέμα την αποκατάσταση των τεσσάρων αναγλύφων του ναού της Απτέρου Νίκης».

Ακολούθως, ο γραμματέας (υπουργός) Εκκλησιαστικών Ι. Ρίζος σε νέο 8σελιδο έγγραφο, με ημερομηνία 6/18 Ιουλίου 1836, αναφέρει όλο το ιστορικό της υπόθεσης και θέτει δύο άξονες για τη στρατηγική της διαπραγμάτευσης:

1. Να περιοριστεί η συζήτηση μόνο στα τέσσερα τμήματα της ζωφόρου του ναού της Απτέρου Νίκης.

«Στο πλαίσιο αυτής της διαπραγμάτευσης ο πληρεξούσιος Υπουργός του Βασιλιά θα φροντίσει να αποφύγει οποιαδήποτε κατηγορηματική δήλωση σχετικά προς τα άλλα μάρμαρα του λόρδου Ελγιν. Θα πρέπει να εξασφαλίσει την ευχέρεια στη βασιλική κυβέρνηση να προχωρήσει στο μέλλον σε μια περαιτέρω διεκδίκηση χωρίς να αφήσει στη βρετανική κυβέρνηση την παραμικρή υποψία για μια τέτοια προοπτική», αναφερόταν στο έγγραφο.

2. Να καταστήσει σαφές ότι η πράξη του Ελγιν ήταν «αμφιβόλου νομιμότητας» και πως ο ναός της Απτέρου Νίκης αποκαταστάθηκε πλήρως και λείπουν μόνο τα συγκεκριμένα τμήματα.

Για την ενίσχυση αυτής της θέσης αναφερόταν, μεταξύ άλλων, στο ιστορικό της αρπαγής, ότι ο Ελγιν επωφελήθηκε «από τη θέση του ως πρέσβης στην Υψηλή Πύλη για να συγκεντρώσει στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα, […] μια πολύτιμη συλλογή έργων τέχνης», και να πάρει μια άδεια από το Σουλτάνο.

Να σημειωθεί ότι το αυθεντικό κείμενο της άδειας (φιρμάνι) δεν έχει εμφανιστεί ποτέ, καθώς δεν παρουσιάστηκε ούτε σε επιτροπή της βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων (1816) ούτε και έχει βρεθεί μέχρι σήμερα στα Οθωμανικά Αρχεία, παρότι διασώζονται πολλά έγγραφα αυτής της περιόδου (1800- 1803).

Πάντως και αυτή ακόμα η άδεια που εμφανίστηκε «ήταν πολύ περιορισμένη και αφορούσε μόνον ένα ή δύο ανάγλυφα, τα οποία ήταν ήδη κατεδαφισμένα και τελικά ο λόρδος Ελγιν μπόρεσε με δώρα και διαφθείροντας τις τουρκικές αρχές να κατεδαφίσει σε μεγάλο βαθμό τους ίδιους τους ναούς. Αυτό το τελευταίο επιβεβαιώνεται από πολλά πρόσωπα εν ζωή, ακόμα και σήμερα που βρίσκονταν τότε στην Αθήνα».

Η ελληνική αποστολή ήρθε σε επαφή με τον τότε Αγγλο πρωθυπουργό Πάλμερστον και όπως ενημέρωσε, στις 27 Νοεμβρίου (9 Δεκεμβρίου) η γραμματεία Εκκλησιαστικών τη γραμματεία Επικρατείας «οι εμπιστευτικές κινήσεις που έγιναν προς την εξοχότητά του τον λόρδο Palmerston, σχετικά με την υπόθεση των ανάγλυφων του ναού της Απτέρου Νίκης, απέβησαν άκαρπες».

Μετά απ’ αυτή την εξέλιξη η καθ’ ύλην αρμόδια γραμματεία εξέφραζε την άποψη ότι ο επικεφαλής της αποστολής «θα πρέπει να αφήσει αυτή την υπόθεση να κατακαθίσει, ώστε να αποφευχθεί η διακινδύνευση μιας μελλοντικής διαπραγμάτευσης».

Ετσι, προτείνεται η αποστολή «να περιοριστεί στην ανίχνευση της διαθεσιμότητας εκείνων που θα μπορούσαν να συνδράμουν και να ξεκινήσει νέες διαπραγματεύσεις μόνο όταν θα διαβλέψει κάποιες πιθανότητες επιτυχίας».

Η γοητευτική Μέρι απέσπασε την άδεια από τον Σουλτάνο

Πρόσωπο- κλειδί της καταστροφικής λεηλασίας της Ακρόπολης και άλλων αρχαίων μνημείων της χώρας από τον λόρδο Ελγιν φαίνεται ότι ήταν μια γυναίκα. Πρόκειται για τη Μέρι Νίσμπετ – Ελγιν (φωτ.), την πρώτη γυναίκα του Σκοτσέζου στρατιωτικού και διπλωμάτη Τόμας Μπρους, 7ου κόμη του Ελγιν, γνωστού στη χώρα μας ως Ελγίνου ή λόρδου Ελγιν.

Μια γυναίκα γοητευτική, από πολύ πλούσια οικογένεια, της οποίας οι γονείς ακολουθώντας το «ρεύμα» της εποχής φρόντισαν να αποσπάσουν, στο μοναδικό ταξίδι τους στην Αθήνα (Μάιος 1801), διάφορα αρχαία αντικείμενα, μεταξύ των οποίων ένα από τα Γλυπτά που αποκαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές του λόρδου Αμπερντίν στην Πνύκα, το οποίο στόλισε ένα τζάκι του μεγάρου τους! {Voyage en Grèce fait dans les années 1803 et 1804…, Paris 1807, τ. Α’, σ. 160)}.

Στη βιογραφία της «Λαίδης Ε», που έγραψε η γνωστή συγγραφέας Σούζαν Νάγκελ (Susan Nagel «Mistress of the Elgin Marbles: A Biography of Mary Nisbet, Countess of Elgin»), «ξεδιπλώνονται» άγνωστες πτυχές της ζωής τής δυναμικής γυναίκας, της οποίας ο πλούτος επέτρεψε στον Ελγιν να χρηματοδοτήσει τη «βρόμικη» επιχείρηση απομάκρυνσης των Γλυπτών από την Ακρόπολη και την διά θαλάσσης μεταφορά τους στην Αγγλία.

Ομως, τα Γλυπτά δεν έφτασαν τελικά στον πύργο τους, καθώς ο γάμος τής Μέρι με τον Ελγιν τελείωσε θυελλωδώς, με εκατέρωθεν αιχμές και καταγγελίες. Αυτή η εξέλιξη απομάκρυνε τα παιδιά από τη μητέρα τους και τον Ελγιν από το «πορτοφόλι» της συζύγου του, γεγονός που τον ανάγκασε να πωλήσει τα «τρόπαιά» του στην αγγλική κυβέρνηση, η οποία προχώρησε σε αυτή τη συναλλαγή παρά τις μεγάλες εσωτερικές αντιδράσεις.

Η ιστορία ξεκινάει, ουσιαστικά, στις 11 Μαρτίου 1799, όταν ο 33χρονος τότε Τόμας Μπρους, που είχε πρόσφατα διοριστεί πρέσβης της Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, παντρεύτηκε την 21χρονη Μέρι Νίσμπετ, έπειτα από ένα συνοικέσιο που κρίθηκε «καλό» και από τις δύο οικογένειες. Οι νιόπαντροι, ύστερα από ένα σύντομο πέρασμα από το Λονδίνο, έφυγαν, στις 3 Σεπτεμβρίου 1799, για να πάει ο Ελγιν στη θέση του. Το ταξίδι γινόταν, αναγκαστικά, μέσω θαλάσσης με ιστιοφόρο και, παρότι θα διαρκούσε περισσότερο από ένα μήνα, η ήδη εγκυμονούσα Μέρι Νίσμπετ ακολούθησε τον άνδρα της στην Κωνσταντινούπολη.

Εκεί η σύζυγος του Ελγιν επιδόθηκε στη διοργάνωση πλούσιων εκδηλώσεων και πάρτι, κερδίζοντας, πάντα, τον θαυμασμό όλων και λαμβάνοντας πλούσια δώρα από τους Τούρκους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του σουλτάνου. Μάλιστα, με την άδεια του Μεγάλου Βεζίρη έγινε, τον Νοέμβριο εκείνου του έτους, η πρώτη γυναίκα που παρακολούθησε μια πολιτική οθωμανική τελετή αν και χρειάστηκε να ντυθεί σαν άνδρας, παρότι διένυε τον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης της.

Η Νάγκελ υποστηρίζει ότι αυτή ακριβώς η γοητεία της πρέσβειρας έπαιξε ρόλο στο να δώσει ο Σελίμ ο Γ’ στον Ελγιν την άδεια (φιρμάνι) για να αποσπάσει γλυπτά από την Ακρόπολη. Ομως, αυτό φαίνεται μάλλον υπερβολικό, και ίσως περισσότερη σημασία έχει η αποκατάσταση των σχέσεων Οθωμανών και Αγγλων με τη σύναψη συμμαχίας τους εναντίον της Γαλλίας.

Οπως και να έχει, το πρωτότυπο φιρμάνι, γραμμένο στα οθωμανικά, ουδέποτε εμφανίστηκε, ούτε καν στην Επιτροπή του Βρετανικού Κοινοβουλίου που συστάθηκε το 1816 για να εξετάσει αίτημα του Ελγιν για να αγοραστεί η συλλογή του από δημόσιο μουσείο. Ο Ελγιν υπέβαλε αυτό το αίτημα διότι, έπειτα από το διαζύγιο που είχε πάρει από τη Μέρη Νίσμπετ, έχασε την πρόσβαση στην περιουσία της συζύγου του, που κατ’ άλλους υπολογιζόταν σε 25.000 λίρες και κατ’ άλλους έφτανε στις 100.000 λίρες, όταν ο μέσος εργάτης κέρδιζε περίπου 7 λίρες τον χρόνο…

Ετσι, ο… άφραγκος λόρδος άρχισε να διαδίδει πως είχε μεγάλες προσφορές για να πωλήσει τη συλλογή των αρχαιοτήτων και αυτό αποτέλεσε το βασικό επιχείρημα της βρετανικής κυβέρνησης για να αγοράσει τη συλλογή και να μην καταλήξει σε κάποιον ιδιώτη.

Η επιτροπή που διορίστηκε ήταν εξαιρετικά ευνοϊκή για τον Ελγιν. Ωστόσο, οι αντιδράσεις ήταν ήδη πάρα πολλές. Από τα προηγούμενα χρόνια ο Ελγιν είχε γίνει αντικείμενο κριτικής από διακεκριμένους συμπατριώτες του (Ντότγουελ, Ντάγκλας, Κλαρκ, Σμιθ, Χόμπχαουζ) για τη μεταφορά των ελληνικών Γλυπτών στην Αγγλία. Τον κατηγόρησαν ως κοινό κλέφτη και βάνδαλο, που με αθέμιτα μέσα (δωροδοκίες κ.λπ.) λήστεψε σεβαστά μνημεία του πολιτισμού για ίδιον όφελος. Εντονες ήταν και οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης. Ετσι, το θέμα έφτασε στη Βουλή των Κοινοτήτων, όπου μόνο με τις ψήφους της κυβερνητικής πλειοψηφίας εγκρίθηκε η αγορά της συλλογής από το αγγλικό κράτος αντί 35.000 λιρών. Μια εκδοχή θέλει τους αρμόδιους υπουργούς ως υποστηρικτές αυτής της αγοράς για να καλυφθεί μεγάλο χρηματικό ποσόν, που είχε υπεξαιρέσει από το δημόσιο ταμείο ο Ελγιν, στη διάρκεια της θητείας του ως πρέσβης και υπερέβαινε κατά πολύ τους μισθούς του.

Το βέβαιο, πάντα, είναι ότι ολόκληρο το ποσόν κατέληξε σε διάφορους πιστωτές του Ελγιν, ο οποίος στο μεταξύ είχε κάνει δεύτερο γάμο με την κατά 24 χρόνια νεότερή του, Ελίζαμπεθ Τάουνσεντ. Στους όρους της πώλησης των Γλυπτών ήταν ακόμα ότι η συλλογή θα κρατείται αδιαχώριστη στο Βρετανικό Μουσείο και θα ονομάζεται «Ελγίνεια Μάρμαρα». Ο Τόμας Μπρους, 7ος κόμης του Ελγιν και 11ος κόμης του Κινκάρντιν, πέθανε στις 14 Νοεμβρίου 1841, στο Παρίσι, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, προκειμένου να αποφύγει τους δανειστές του.

1) Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Γραμματείας/ Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Σειρά 002 Δημόσια Εκπαίδευση. Φάκελος 1152 «Ακρόπολις Αθηνών».

2) Συλλογικό έργο (επιμέλεια: Αμαλία Παππά, Νίκος Κομν. Χατζηγεωργίου) «Akropolis von Athen», εκδόσεις «Αλήθεια», Γενικά Αρχεία του Κράτους

3) Συλλογικό έργο, (Επιμέλεια: Γ. Τόλιας) «Μαρτυρίες για τη λεηλασία των ελληνικών μνημείων. Ο πυρετός των Μαρμάρων 1800- 1820», εκδόσεις «Ιωλκός», σελ. 8-9)

4) Κυριάκος Σιμόπουλος, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», Τόμος Γ1 Εκδόσεις «Πιρόγα»

5) Εκθεση της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Κοινοτήτων για τη Συλλογή Μαρμάρων του Ελγιν. Λονδίνο 1816