Διαβάζω στην «Αλεξάνδρεια» (Πατάκης) του Μάικ Χάαγκ τη γνωριμία του Aγγλου συγγραφέα Εντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ με τον Καβάφη και τις εντυπώσεις που του άφησε ο ποιητής. Εικόνες που θα θέλαμε κι εμείς να είχαμε δει.
Ο Φόρστερ -ευρέως γνωστός από τα βιβλία του «Το πέρασμα στην Ινδία» και «Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ»- είπε πως γνώρισε τον Καβάφη στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου: «Δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό πως μπορεί να μου άρεσε το έργο του ή, ακόμη, πως θα το κατανοούσα… Και θυμάμαι την ευχαρίστηση που αισθανθήκαμε κι οι δυο, ένα σούρουπο στο διαμέρισμά του, όταν έγινε φανερό πως μπορούσα να τον “παρακολουθήσω”. Οταν κάτι τον ευχαριστούσε, πεταγόταν όρθιος και άναβε ένα κερί, κι έπειτα άλλο ένα, και έκοβε τσιγάρα στα δυο και τα άναβε, και έφερνε για κέρασμα μαστίχα με κομματάκια ψωμί και τυρί, και οι κουβέντες του αναφέρονταν στον κόσμο της Μεσογείου και, σε μεγάλο βαθμό, στον εσώτερο κόσμο».
Ο Φόρστερ μαγεύτηκε από την προσωπικότητα του Καβάφη, φρόντισε όσο κανείς άλλος να προωθήσει παγκοσμίως το έργο του ποιητή. Εξομολογήθηκε κάποτε: «Ηταν ό,τι καλύτερο έκανα ποτέ».
Στο μικρό κόκκινο σαλόνι όπου οδηγούσε τους ξεχωριστούς επισκέπτες του ο Καβάφης, ο Φόρστερ επιστρατεύοντας όσα ελληνικά θυμόταν από το ελληνικό σχολείο του, «παρακολούθησε» την απαγγελία τού «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» από τον ίδιο τον ποιητή. Και το ποίημα αυτό έγινε έπειτα το σημείο αναφοράς για το βιβλίο «Αλεξάνδρεια: Ιστορία και Οδηγός» του Φόρστερ. Στο ποίημά του, ο Καβάφης αντικαθιστά τον Διόνυσο ή τον Ηρακλή στο «Αντώνιος και Κλεοπάτρα» του Σέξπιρ με την Αλεξάνδρεια, υπονοώντας ότι η πόλη είχε ανέκαθεν «τη θεϊκή δύναμη να συνεπαίρνει τα μυαλά των θνητών με τις ποιητικές εκφάνσεις της».
Αυτά διαβάζω και σκέφτομαι, στην καρδιά του θέρους, την Αλεξάνδρεια και τον Καβάφη στο μικρό μπαλκόνι ενός δωματίου της πανσιόν «Αμίρ», μέσα στις σκιές και το μυστήριο μιας ιστορικής πόλης να γράφει και να σβήνει και ευχαριστημένος να καταλήγει: Σὰν ἔξαφνα, ὥρα μεσάνυχτ’, ἀκουσθεῖ, ἀόρατος θίασος νὰ περνᾶ, μὲ μουσικὲς ἐξαίσιες, μὲ φωνές—τὴν τύχη σου πού ἐνδίδει πιά, τὰ ἔργα σου, πού ἀπέτυχαν, τὰ σχέδια τῆς ζωῆς σου
πού βγῆκαν ὅλα πλάνες, μὴ ἀνοφέλετα θρηνήσεις.
«Σὰν ἕτοιμος ἀπὸ καιρό, σὰ θαρραλέος, ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια πού φεύγει.
Πρὸ πάντων νὰ μὴ γελασθεῖς, μὴν πεῖς πώς ἦταν ἕνα ὄνειρο…
…πλησίασε σταθερὰ πρὸς τὸ παράθυρο, κι ἄκουσε μὲ συγκίνησιν, ἀλλ’ ὄχι μὲ τῶν δειλῶν τὰ παρακάλια καὶ παράπονα, ὡς τελευταία ἀπόλαυσι τοὺς ἤχους, τὰ ἐξαίσια ὄργανα τοῦ μυστικοῦ θιάσου, κι ἀποχαιρέτα την, τὴν Ἀλεξάνδρεια πού χάνεις». Και, κοιτάζοντας τον κόσμο έξω, από το δικό μου παράθυρο, αναλογίζομαι αυτά που φεύγουν και τα χάνουμε για πάντα αλλά κι αυτά που έρχονται και μας δίνουν χαρά, και παίρνω κουράγιο.
