Μέσα σε έξι μόνο μέρες από τη δημοσίευση των βραχειών λιστών, ανακοινώθηκαν χθες από το υπουργείο Πολιτισμού οι νικητές και οι νικήτριες των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων του 2018, που αφορούν την παραγωγή του 2017. Φαίνεται περίεργο εν έτει 2019 να βραβεύονται βιβλία του 2017, αλλά η απόσταση ήταν ακόμα μεγαλύτερη, διανύθηκε χάρη σε σκληρή δουλειά της Επιτροπής Απονομής, που έδωσε μέσα στο 2019 δύο φορές Κρατικά Βραβεία (για το 2016 και τώρα το 2017), ενώ ξεκίνησε ήδη την εξέταση της βιβλιοπαραγωγής του 2018.
Αν όλα πάνε καλά, ο θεσμός θα επανέλθει, όπως τονίζει το ΥΠΠΟ, στην «κανονικότητα», ώστε να απονέμονται κάθε χρόνο τα βραβεία που αφορούν τη βιβλιοπαραγωγή της αμέσως προηγούμενης χρονιάς (το παγκοσμίως αυτονόητο).
Με κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις, αλλά και με επιλογές αναμενόμενες, που αφορούν βιβλία που ήδη κριτικοί και αναγνώστες είχαν ξεχωρίσει, η Επιτροπή αποφάσισε τα εξής:
● Το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων απονέμεται στη Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου για τη συνολική προσφορά της. Και είναι πολυσχιδής, κορυφαία, αλλά από αυτές που συνήθως δεν φέρνουν τόσο μεγάλες βραβεύσεις. Διότι η γεννημένη το 1944 στην Αθήνα ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου ανήκει, όπως και η ίδια μας είπε χθες έχοντας εκπλαγεί αφάνταστα με το βραβείο («δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό»), σ’ αυτούς τους μοναχικούς τεχνίτες, που έχουν αφιερώσει όλη τη ζωή τους στη λογοτεχνία. Γράφοντας δικά τους πρωτότυπα έργα δημιουργικής έκφρασης, μελετώντας και αναδεικνύοντας βιβλία άλλων ή διδάσκοντας. Η Αμπατζοπούλου έχει δημοσιεύσει ποιητικές συλλογές και πολλές μελέτες που άφησαν εποχή, κυρίως για τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα και τη νεωτερική ποίηση και πεζογραφία («Δεν άνθησαν ματαίως, Ανθολογία υπερρεαλισμού» 1980) και για την ελληνική εβραϊκή κοινότητα. Εχει ασχοληθεί με τη μετάφραση λογοτεχνίας και δοκιμίων (Κρατικό Βραβείο το 2000 για τη μετάφραση από τα λατινικά των Εξομολογήσεων του Αγίου Αυγουστίνου).
«Σκέφτομαι αγαπημένους μου ανθρώπους που προσέφεραν τη ζωή τους στα γράμματα και αξίζουν αυτό το βραβείο περισσότερο από εμένα», μας είπε. «Τα μεγάλα μου πρότυπα στη λογοτεχνία και τη ζωή δεν έγραψαν για βραβεία. Εγραψαν από καθημερινή αγωνία, που δεν μπορούσαν να εκφράσουν διαφορετικά, παρά μόνο με τη γραφή και μέσα στην περιοχή της». Και αναφέρθηκε στον χώρο της τέχνης, «το δικό μου ελάχιστο χωραφάκι», όπως το λέει, αυτό που προσπάθησε να καλλιεργεί καθημερινά. «Για να βρίσκομαι κοντά στους μεγάλους μου έρωτες, τους κλασικούς όσο και τους περιθωριακούς, τους φιλοσόφους, τους είρωνες, τους ανήσυχους, τους εξεγερμένους. Και βέβαια τους ανθρώπους που γνώρισα και είχα δασκάλους: τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Ε.Χ. Γονατά, τον Μένη Κουμανταρέα, τον Δημήτρη Χατζή, τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, τους φίλους και συνεργάτες μου στο ΑΠΘ και σε διάφορα εκπαιδευτικά και πολιτιστικά ιδρύματα στην Ευρώπη και τον κόσμο. Ομως προπάντων τώρα σκέφτομαι τους φοιτητές μου, γιατί μέσα από τη διδασκαλία έζησα μαζί τους την ποίηση αλλιώς, στην προσπάθεια να τους μεταδώσω την ανατρεπτική ομορφιά της και την υπέρτατη ελευθερία της».
● Το Βραβείο Μυθιστορήματος απονεμήθηκε σε ένα από τα πιο παραγωγικά, ταλαντούχα, ξεχωριστά, κοσμοπολίτικα, μορφωμένα και τολμηρά πλάσματα του χώρου, εξ ου και σταδιακά απέκτησε εχθρούς ακόμα και ανάμεσα στους παλιούς θαυμαστές της, που δεν άντεξαν αυτό που θεώρησαν «δεξιά» στροφή μιας πρώην αμφισβητία ροκού. Πρόκειται, φυσικά, για τη Σώτη Τριανταφύλλου, που κέρδισε το πρώτο βραβείο της μακράς καριέρας της στην πεζογραφία (ακόμα και για παιδιά), στο δοκίμιο, στη μετάφραση, στη δημοσιογραφία – αρθρογραφία. Της το χάρισε (κατά πλειοψηφία) το ιστορικό (για μια ακόμα φορά) μυθιστόρημά της «Το τέλος του κόσμου σε αγγλικό κήπο» (εκδ. Πατάκης), στο οποίο με «πρόσχημα» τις περιπέτειες δύο φτωχοδιάβολων στη διάρκεια των Εμφυλίων Πολέμων της Αγγλίας (1642-1651) με τους Βασιλιάδες να μάχονται τους οπαδούς του Κοινοβουλίου και του Κρόμγουελ, είναι σαν να μιλά για τους φανατισμούς, τον διχασμό, την ιδεοληψία, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και τη βία του σήμερα (ίσως και της Ελλάδας της κρίσης).
● Το βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας μοιράστηκαν με ομόφωνη απόφαση μια «παλιά» και αναγνωρισμένη συγγραφέας, η Ελισάβετ Χρονοπούλου με την ήδη βραβευμένη και από την Ακαδημία Αθηνών συλλογή «Ο έτερος εχθρός» (εκδ. Πόλις), και ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιώργος Κυριακόπουλος, προερχόμενος από τον κόσμο των επιχειρήσεων και γνωστός για τη μανία του με τη νεότερη ελληνική κεραμική, χάρη στην «Τρισεγγονή της Αραπίνας και άλλες ιστορίες» (εκδ. Εστία). Η πρώτη τολμά να μιλήσει για την «ηθική αποδυνάμωση και εκμηδένιση» του ατόμου στη διάρκεια της μεγάλης πείνας στη γερμανική Κατοχή (άλλο ένα κλείσιμο ματιού στο ελληνικό σήμερα), ο δεύτερος κερδίζει μια θέση στη λογοτεχνία με «αντισυμβατικές, προσωπικές, σχεδόν αυτοβιογραφικές» αφηγήσεις για οικογένειες και μια τάξη πραγμάτων που δεν υπάρχει πια.
● Η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη κέρδισε κατά πλειοψηφία το Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο «Η επιστροφή των νεκρών» (εκδ. Πόλις), στο οποίο η Επιτροπή εξαίρει την κυριαρχία της «φωνής», «άμεσης, καθαρής, ευκρινούς», που προηγείται «από τις λέξεις, τις εικόνες και τις σκέψεις».
● Το πολυσυζητημένο έργο του Αλέξη Πολίτη «Η ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος 1830-1880» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) κέρδισε κατά πλειοψηφία το Βραβείο Δοκιμίου-Κριτικής, ενώ η επίσης πολυδιαβασμένη «Λούνα» (εκδ. Πόλις), η περιπέτεια μιας πραγματικής, φτωχής Εβραίας της Θεσσαλονίκης και η επιστροφή της από τα ναζιστικά στρατόπεδα στη σκληρή γενέθλια πόλη, χάρισε στη Ρίκα Μπενβενίστε το Βραβείο Μαρτυρίας – Βιογραφίας – Χρονικού – Ταξιδιωτικής λογοτεχνίας.
● Το Ειδικό Βραβείο για βιβλίο που προάγει τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα απονεμήθηκε ομόφωνα στον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου για το «Οι πρόσφυγες και τα καθήκοντά μας απέναντί τους» (εκδ. Πόλις).
● Δεν δόθηκε Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, γιατί η Επιτροπή αποφάσισε ότι το όριο ηλικίας των 35 ετών περιορίζει δραστικά τις επιλογές της. Τέλος, απονεμήθηκε ομόφωνα τιμητική διάκριση στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ποιητική».
