Παράθυρο αστοχίας στο φετινό πλεόνασμα ανοίγει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής αιφνιδιάζοντας έτσι την κυβέρνηση. Παρουσιάζοντας την έκθεση για το δεύτερο τρίμηνο του 2019, ο επικεφαλής του Γραφείου, Φραγκίσκος Κουτεντάκης, δεν έκρυψε την ανησυχία του για το αυξημένο ρίσκο που ενέχει η πρόβλεψη για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2019.
Είναι το δεύτερο ηχηρό καμπανάκι, ύστερα από αυτό που χτύπησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την έκθεση αξιολόγησης που δημοσίευσε τον Ιούνιο, που θέτει εν αμφιβόλω τον στόχο για το φετινό πλεόνασμα. Ενα ζήτημα, το οποίο, όπως τουλάχιστον ισχυρίζονται αρμόδια στελέχη από το οικονομικό επιτελείο, είχε βγει θεωρητικά από τον χάρτη της φθινοπωρινής αξιολόγησης και οι διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς θα αφορούσαν το δημοσιονομικό κενό του 2020, και μόνο.
Βέβαια οι δανειστές δεν έχουν πει ακόμη την τελευταία τους λέξη καθώς η συλλογή των στοιχείων από τα τεχνικά κλιμάκια συνεχίζεται και έτσι όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.
Πάντως, η επιδείνωση του πρωτογενούς αποτελέσματος κατά 2,1 δισ. ευρώ στο πρώτο φετινό εξάμηνο, σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό, είναι γεγονός, έστω και αν δεν υπάρχουν ακόμη βάσιμες ενδείξεις για απώλεια του φετινού στόχου. Κι αυτό, γιατί η εκτίμηση αυτή δεν είναι άμεσα συγκρίσιμη με τους υπολογισμούς του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), που ακολουθούν διαφορετική μεθοδολογία υπολογισμού. Ωστόσο, ο αστερίσκος υπάρχει.
Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού, «σημαντικό μέρος της υστέρησης οφείλεται στα επεκτατικά μέτρα που νομοθέτησε η προηγούμενη κυβέρνηση και αναμένεται να διευρυνθεί από την επιπρόσθετη μείωση του ΕΝΦΙΑ (205 εκατ. ευρώ) που νομοθέτησε η σημερινή κυβέρνηση». Επιπλέον, «ένα μέρος της υστέρησης οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες, όπως τα μειωμένα έσοδα και οι αυξημένες δαπάνες από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) και το μειωμένο μέρισμα από την Τράπεζα της Ελλάδος».
Κίνδυνοι
Η έκθεση εντοπίζει επίσης σημαντικούς κινδύνους από το εξωτερικό περιβάλλον, ιδίως λόγω των εμπορικών διενέξεων, της επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης και του κινδύνου για άτακτο Brexit. Ωστόσο, η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας μπορεί να έχει και μια θετική πτυχή, καθώς το Γραφείο Προϋπολογισμού θεωρεί πως θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της μείωσης των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα.
Στο θέμα των πρωτογενών πλεονασμάτων η έκθεση αναδεικνύει την αναγκαιότητα χαλάρωσης των στόχων αφού, όπως τονίζει, έτσι θα δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος για φοροελαφρύνσεις και για κοινωνικές δαπάνες.
Το Γραφείο, παράλληλα, επισημαίνει τη σημασία της επιστροφής της Ελλάδας σε επενδυτική βαθμίδα, προκειμένου τα ελληνικά ομόλογα να ενταχθούν σε έναν νέο γύρο νομισματικής χαλάρωσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
«Στο προσεχές διάστημα θα πρέπει να προωθηθούν οι απαραίτητες ενέργειες που θα διασφαλίσουν την αναβάθμιση των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε επενδυτική βαθμίδα, ώστε να γίνουν επιλέξιμα για συμμετοχή σε έναν νέο γύρο νομισματικής χαλάρωσης εκ μέρους της ΕΚΤ», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
Για το ίδιο θέμα προσθέτει: «Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού για το σύνολο της οικονομίας και θα έχει ευνοϊκές επιδράσεις στη βιωσιμότητα του χρέους και στους ρυθμούς ανάπτυξης. Πέρα όμως από τη νομισματική χαλάρωση θα πρέπει και η δημοσιονομική πολιτική να συνηγορήσει προς την ίδια κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, η μείωση των δημοσιονομικών στόχων αποτελεί εύλογο αίτημα από την πλευρά της χώρας μας και δηλωμένη πρόθεση σχεδόν του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων».
❗️ Τις προτεραιότητες της νέας οικονομικής πολιτικής, όπου μεταξύ άλλων περιγράφονται και οι προθέσεις για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, ανέλυσε ο Χρ. Σταϊκούρας σε επιστολή προς την Ε.Ε. τον Ιούλιο, για την ανανέωση της ενισχυμένης εποπτείας κατά ένα εξάμηνο. Αν και τυπική διαδικασία, ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αναπτύξει η ελληνική πλευρά πτυχές της φορολογικής πολιτικής και να θέσει νέα αιτήματα. Στην επιστολή καταγράφονται και τα ανοιχτά μέτωπα-δεσμεύσεις.
