ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Λίζα Τσαλίκη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο τρόπος με τον οποίο η σύγχρονη δημοφιλής κουλτούρα μάς περιβάλλει με εικόνες σχετικές με τη μητρότητα είναι ενδεικτικός τού πόσο εμβληματική, καθολική -και επιτακτική- έχει πλέον γίνει η φιγούρα και ο ρόλος της μητέρας, σε σημείο πολλές φορές εμμονής. Ηδη από τα τέλη του 20ού, αλλά ακόμα περισσότερο από τις αρχές του 21ου αιώνα, αυτό που πολλοί θεωρητικοί έχουν πλέον ονομάσει «μαμαδίστικη κουλτούρα» (mommy culture), απασχολεί ερευνητές, πανεπιστημιακούς, πολιτικούς σχολιαστές, τα ΜΜΕ, τα κοινωνικά μέσα, σχεδιαστές κοινωνικής πολιτικής, πολιτικούς, ψυχολόγους, γιατρούς κ.ά.

Αυτού του είδους η εμμονή με τη μητρότητα (κυρίως με τη μητρότητα, καθώς μιλάμε πολύ λιγότερο για τη γονεϊκότητα), όπου σχεδόν κάθε γυναίκα (ιδιαίτερα οι διάσημες) εμφανίζεται να λέει πόσο πολύ θέλει να γίνει «μανούλα» και πως «πάνω απ’ όλα (καριέρα, φιλοδοξίες, διασκέδαση) βρίσκεται η οικογένειά της και τα παιδιά της», κρύβει από πίσω της μια μακρά συζήτηση που αφορά τη σχέση προσωπικής ζωής και καριέρας – ή αλλιώς το λεγόμενο work/life balance. Η (ενοχική) προσέγγιση είναι ενδεικτική της «εντατικής μητρότητας» (intensive mothering) που απαιτείται από τις γυναίκες.

Ο όρος πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τη Σάρον Χέις το 1996 για να περιγράψει τις ολοένα και αυξανόμενες κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις που παλεύουν να ικανοποιήσουν οι μητέρες, διοχετεύοντας τεράστιες ποσότητες πόρων, χρόνου, ενέργειας και μόχθου –φυσικού και συναισθηματικού– στα παιδιά τους.

Στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες που διέπονται από νεοφιλελεύθερες ιδεολογίες και πολιτικές, η μητρότητα συμβαίνει παράλληλα με άλλες, επιπρόσθετες, ευθύνες (επαγγελματικές, ακαδημαϊκές) για τις γυναίκες, μεταθέτοντας το κυρίως βάρος της φροντίδας των παιδιών στις γυναίκες.

Ο τρόπος με τον οποίο επιτελείται η μητρότητα είναι πολιτιστικά καθορισμένος, ωστόσο, όπως με τους περισσότερους μύθους, η σύγχρονη εκδοχή της μητρότητας είναι τόσο κυρίαρχη ώστε να θεωρείται δεδομένη. Οι γυναίκες καταλαμβάνουν πολύ διαφορετικούς ρόλους ως μητέρες, οι οποίοι γίνονται πολύ καλύτερα κατανοητοί εάν τους συνδέσουμε με στρατηγικές αποφάσεις για επιβίωση, πληθυσμιακές στρατηγικές, την τεχνολογία, καιρικές συνθήκες, εκτιμήσεις για τη «φύση» των γυναικών κ.ά., παρά αν τους βλέπουμε ως «αιώνιες αλήθειες».

Μπορεί να νομίζουμε ότι είμαστε μακριά από τη δεκαετία του 1950, όπου οι full-time μαμάδες έχαιραν ανεπιφύλακτα βαθιάς εκτίμησης, και σήμερα όμως παρατηρείται μια νέα έξαρση της «οικιακής θηλυκότητας» (domestic femininity) ανάμεσα στις millennials, φέρνοντας στο προσκήνιο τους «πολέμους των μαμάδων» (mommy wars) της δεκαετίας του 1980.

Γυναίκες σε επιτελικά πόστα, που σπούδασαν και δούλεψαν σκληρά για να αναλάβουν θέσεις ισχύος, εγκαταλείπουν την «γκλαμουράτη» ζωή του υψηλού στελέχους προκειμένου «να νιώσουν την οικογενειακή ευτυχία κοντά στα παιδιά τους» – ενώ παράλληλα μετατρέπονται σε life gurus, γράφοντας best sellers και τρέχοντας επιτυχημένες ιστοσελίδες για το σωστό parenting και την επίτευξη της ισορροπίας μεταξύ καριέρας-προσωπικής ζωής, όπως για παράδειγμα η πρώην πρόεδρος της Pepsi Cola για τη Βόρεια Αμερική Μπρέντα Μπαρνς ή η Λέσλι Μόργκαν Στάινερ, πρώην γενική διευθύντρια του Washington Post Magazine.

Η συζήτηση για το «ποια είναι η καλύτερη μαμά», αυτή που θυσιάζεται και μένει στο σπίτι (stay-at-home mom) ή αυτή που εργάζεται, έχει αναζωπυρωθεί στις μέρες μας, όπως φαίνεται και από την τεράστια απήχηση του δημοφιλούς είδους της λεγόμενης «momlit» (βιβλία δηλαδή που αφορούν μαμάδες) – για παράδειγμα η νουβέλα της Αλισον Πίρσον «I Don’t Know How She Does it» (2003), με πάνω από 1 εκατ. αντίτυπα μονάχα στο Ηνωμένο Βασίλειο, της Φιόνα Νιλ «The Secret Life of a Slummy Mummy» (2007) ή της Κριστίνα Χόπκινσον «The Pile of Stuff at the Bottom of the Stairs» (2011).

Το έγκυο σώμα per se υπόκειται σε συνεχώς επαναδιαπραγματεύσιμα ερμηνευτικά πλαίσια, τα οποία προκύπτουν από την αλληλόδραση της ιατρικής και της κουλτούρας. Η κατάσταση της εγκυμοσύνης υπόκειται σε ποικίλους βαθμούς κοινωνικής παρέμβασης και ελέγχου, πάντα σε συνάρτηση με το ευρύτερο πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο που βρισκόμαστε.

Υπάρχουν πολλές αναλύσεις της ιστορικής διαδρομής της μητρότητας από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα, ξεκινώντας από την Εποχή της Πέτρας, όπου οι γυναίκες, ως μητέρες, ήταν ενεργά μέλη της κοινότητας και συμμετείχαν πλήρως στις δραστηριότητες αυτής.

Οι μητέρες δεν αντιμετωπίζονταν μονοδιάστατα ως τροφοί, ενώ την έννοια της θεότητας αντιπροσώπευε μια μητρική φιγούρα. Η Μεγάλη Μητέρα δεν υφίστατο διακρίσεις επειδή ήταν έγκυος, ούτε έκρυβε την κοιλιά της – αντίθετα, την επιδείκνυε επειδή η μητρότητα ήταν θεϊκή.

Ακόμα και σήμερα η περίμετρος της μέσης και της περιφέρειας των γυναικών (ιδιαίτερα των διάσημων) εξακολουθεί να συναρπάζει τον κόσμο, μετατρέποντας μια ιδιωτική υπόθεση σε δημόσιο θέαμα. Από την εμβληματική γυμνή φωτογράφιση της Ντέμι Μουρ σε προχωρημένη εγκυμοσύνη από την Ανι Λίμποβιτς για το Vanity Fair τον Αύγουστο 1991 και μετά, η αναμενόμενη μητρότητα είναι κάτι που επιδεικνύεται, κάτι συγκρίσιμο και ανταγωνιστικό, σε σημείο να έχουμε πλέον γενιές «bump chic» γυναικών, που ανεβάζουν σέλφι με τις κοιλίτσες τους στο instagram.

Στην εποχή του «new momism», το να είσαι «μανούλα» είναι μοδάτο, επικερδές και κάτι γύρω από το οποίο χτίζονται –και επανεφευρίσκονται– καριέρες. Είμαστε στην εποχή του «brand mom»: η Τζέσικα Αλμπα (και το σάιτ της The Honest Company με συμβουλές για σωστό parenting και βιοδιασπώμενες πάνες), η Τόρι Σπέλινγκ (με τη δική της σειρά για μωρουδιακά, η οποία πρόσφατα δέχτηκε δριμύτατη κριτική ότι έκλεψε τα σχέδια άλλης εταιρείας) ή η Γκουέν Στέφανι (με πιο «εναλλακτικά» ρούχα, σε ανταγωνιστικές τιμές για την εταιρεία Target).

Μέσα σε ένα χαοτικό περιβάλλον κατανάλωσης, η αφήγηση της μητρότητας δίνει τη δυνατότητα στις «διάσημες μανούλες» να ταυτιστούν με τα ακροατήρια, ανεξάρτητα από το πόσο ψηλά αυτές βρίσκονται στην ιεραρχία της διασημότητας, και να δημιουργήσουν μια εταιρική ταυτότητα (ως μανούλες).

* Αναπληρώτρια καθηγήτρια, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ ΕΚΠΑ