Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τη μια η κυβέρνηση κι από την άλλη η Εκκλησία, η συζήτηση –ξανά– για το γυναικείο σώμα, την ελευθερία του και την αυτοδιάθεσή του ξαναβρέθηκε ψηλά στη δημόσια ατζέντα και γύρισε τη χώρα δεκαετίες πίσω.

Η υφυπουργός Εργασίας, μετά τη… διάγνωσή της για τους αγωνιστές του Πολυτεχνείου ως «ψυχικά νοσούντες», αναγόρευσε το «δημογραφικό» σε «πολύ μεγάλη πρόκληση της γενιάς μας».

Από κοντά και η Ορθόδοξη Εκκλησία, που αποφάσισε να θεσμοθετήσει «Ημέρα αγέννητου παιδιού» και να υπερασπιστεί τα… έμβρυα αλλά και τα παιδιά που δεν θα γεννηθούν ποτέ, αφού τα εμποδίζουμε με προφυλακτικά, σπιράλ, χάπια της επόμενης ημέρας κι άλλα τέτοια δολοφονικά εργαλεία.

Η συζήτηση θα μπορούσε να κλείσει εδώ με έναν καγχασμό, όμως το θέμα είναι πολύ σοβαρό για να μας πιάσει κλαυσίγελος.

Το πολυσυζητημένο φιλοδώρημα των 2.000 ευρώ για κάθε νεογέννητο που η κυβέρνηση έχει κάνει παντιέρα της… κοινωνικής πολιτικής της έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις. Γιατί ποια μωρά ακριβώς θα αφορά;

Οπως, εντέλει, ακούσαμε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Στέλιο Πέτσα, «το επίδομα αφορά κάθε οικογένεια της οποίας ο ένας εκ των δύο γονιών είναι Ελληνας πολίτης». Πρόκειται για πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία, καθώς στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης η μόνη προϋπόθεση για να λάβει κάποιος τις οικογενειακές παροχές που προσφέρει η εκάστοτε χώρα είναι η οικονομική κατάσταση, ο τόπος κατοικίας ή και η κοινωνική ασφάλιση. Σε καμία περίπτωση η ιθαγένεια, όπως άλλωστε ρητά αναφέρει η επίσημη ιστοσελίδα της Ε.Ε.

Το περίφημο «δημογραφικό πρόβλημα» επανέρχεται συνεχώς στη δημόσια ατζέντα από το 1986, όταν η άμβλωση έγινε νόμιμη στη χώρα – και εντονότερα από τότε που ο συνολικός δείκτης γονιμότητας έπεσε κάτω από τα 1,5 παιδιά ανά γυναίκα στο 1,3.

Αυτόν τον αριθμό οι ειδικοί αποκαλούν «παγίδα χαμηλής γονιμότητας» και τον θεωρούν κρίσιμο σε κάθε περίπτωση: για τους τεχνοκράτες σημαίνει κίνδυνο για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, για τους στρατιωτικούς σημαίνει λιγότερους μελλοντικούς φαντάρους, και για όλους τους υπερπατριώτες πλήγμα σε κάθε έκφανση του «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια».

Αυτές οι τόσο διαφορετικές οπτικές, ωστόσο, συναρθρώνονται σε ένα σημείο: ενώ η γέννηση των παιδιών είναι γυναικεία υπόθεση, από τη συζήτηση αποκλείονται οι ίδιες οι γυναίκες. Κι ακόμα περισσότερο απέχουν όλοι οι δυνητικοί γονείς: η υπογεννητικότητα είναι μια ιστορία που αφορά το ετερόφυλο –παντρεμένο κυρίως– ζευγάρι και σίγουρα όχι τα ομόφυλα ζευγάρια, τα ζευγάρια που υιοθετούν παιδιά ή τους μόνους γονείς.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που όντως γερνάει και με τα προγράμματα λιτότητας η κατάσταση έχει χειροτερεύσει: οι γεννήσεις μειώθηκαν στο μισό από το 2008 και το 2011 για πρώτη φορά μεταπολεμικά ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτό των γεννήσεων. Το οικονομικό τοπίο δυσκολεύει τους νέους ανθρώπους να φύγουν από το πατρικό τους –πόσο μάλλον να δημιουργήσουν οι ίδιοι οικογένειες– και διώχνει άλλους μακριά από τη χώρα. Κι όσοι επιβιώνουν εδώ, στην πραγματικότητα, δεν στηρίζονται από την πολιτεία για να κάνουν –εφόσον το επιθυμούν– παιδιά.

Ομως η συζήτηση περί «δημογραφικού προβλήματος», με τους όρους που την κάνει η Δεξιά, αποσιωπά την πραγματική διάσταση του προβλήματος που είναι η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους από τις πολιτικές λιτότητας, η υποκατάσταση των κοινωνικών πολιτικών που προάγουν την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη από μια λογική ad hoc «μπόνους και κινήτρων» για μαμάδες και η μετατόπιση της συζήτησης από το κοινωνικό στο ατομικό και από την κοινωνία στο έθνος.

Ηδη από τη δεκαετία του 1990, στην έρευνά της «Το άδειο λίκνο της δημοκρατίας. Σεξ, έκτρωση και εθνικισμός στη σύγχρονη Ελλάδα» (Αλεξάνδρεια, 2007), η καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αλεξάνδρα Χαλκιά, μέσα από άρθρα εφημερίδων και 120 συνεντεύξεις γυναικών που είχαν κάνει αμβλώσεις, ανατέμνει το πώς κατασκευάζεται το δημογραφικό ως «εθνικό πρόβλημα». Στα τρέχοντα ερευνητικά ενδιαφέροντά της, άλλωστε, περιλαμβάνεται η διασταύρωση νέων εκδοχών εθνικισμού με νοηματοδοτήσεις του έμφυλου «Αλλου» στον δημόσιο λόγο και τις υποκειμενικότητες.

Η «Εφ.Συν.» μίλησε με μία νεαρή ερευνήτρια, στα μάτια της οποίας το σενάριο του να αποκτήσει οικογένεια και παιδί φαντάζει πολύ μακρινό, με μία Ελληνίδα μετανάστρια, η οποία μάς περιγράφει τις οικογενειακές πολιτικές στήριξης που εφαρμόζει το νορβηγικό κράτος στο οποίο ζει εδώ και έξι χρόνια, μία άνεργη «αρχηγό μονογονεϊκής οικογένειας», έναν πατέρα που μεγαλώνει μόνος του τον οκτάχρονο γιο του, ένα γκέι ζευγάρι το οποίο η ελληνική νομοθεσία αποκλείει από τη δυνατότητα υιοθεσίας «λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού» όπως μας λένε και με μία Κενυάτισσα, που ζει εδώ και 12 χρόνια στην Ελλάδα και μάλιστα το τρίτο της παιδί, η Ελένη, γεννήθηκε στη χώρα.

Η «απειλή της άδειας κούνιας» στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου


Απαγόρευση των αμβλώσεων και της αντισύλληψης αλλά και μετάλλια στις πολύτεκνες μητέρες περιλάμβαναν οι πολιτικές υπέρ των γεννήσεων που είχαν ακολουθήσει οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες για να αυξήσουν τον πληθυσμό τους μετά τις απώλειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου


Οι κρατικές πολιτικές υπέρ των γεννήσεων είναι συνυφασμένες με τη ευρωπαϊκή νεότερη Ιστορία. Σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ (βλ. «Σκοτεινή Ηπειρος»), οι πρώτες μεγάλες καμπάνιες στήριξης της τεκνοποιίας εμφανίστηκαν την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, που κόστισε στην Ευρώπη εκατόμβες νεκρών.

Με το βαρύτερο τίμημα να το πληρώνουν οι νέοι άντρες, η ανησυχία των Ευρωπαίων ηγετών για την τάση μείωσης των γεννήσεων –που είχε ξεκινήσει πριν από τον πόλεμο– κορυφώθηκε. Το κράτος ενθάρρυνε τις γυναίκες να γεννούν περισσότερα παιδιά, συνδυάζοντας μέτρα κοινωνικής πρόνοιας με μέτρα καταστολής.

Οι απαγορεύσεις των αμβλώσεων και της αντισύλληψης συνυπήρχαν με τον ιδρυματικό εγκλεισμό, ακόμα και την υποχρεωτική στείρωση ατόμων ή ολόκληρων ομάδων που θεωρούνταν επικίνδυνες για την οικογενειακή σταθερότητα.

«Η μητρότητα είναι ο πατριωτισμός των γυναικών» υποστήριζε η προπαγάνδα του Γ΄ Ράιχ, ενώ το εγχειρίδιο για τα νεαρά ζευγάρια συμπεριλάμβανε την εντολή «να εύχεσαι να αποκτήσεις όσο περισσότερα παιδιά γίνεται», οπωσδήποτε «με γερμανικό ή βόρειο αίμα».

Ομως δεν ήταν μόνο ο ναζισμός που εφάρμοσε μεθόδους κοινωνικής και φυλετικής ευγονικής. Απόψεις που συσχέτιζαν τη δύναμη του έθνους με τον αριθμό των κληρωτών στρατιωτών ενόψει πολεμικών αναμετρήσεων ήταν διαδεδομένες σε όλη την Ευρώπη, σε έναν διαρκή ανταγωνισμό ποιο έθνος-κράτος θα αυξήσει τα ποσοστά αναπαραγωγής έναντι των άλλων. Η ρήση «Η εγκυμοσύνη είναι η πολεμική θητεία της γυναίκας» δεν ανήκει σε κάποιον φασίστα, αλλά στον Γερμανό σοσιαλδημοκράτη γιατρό και πολιτικό Alfred Grotjahn, πατέρα του κλάδου της Κοινωνικής Υγιεινής.

Στη Βρετανία, εν μέσω του πολέμου, κάνουν θραύση μπροσούρες με εκφοβιστικούς τίτλους όπως «Κούνιες ή φέρετρα – Η μεγαλύτερη εθνική μας ανάγκη» και «Η απειλή της άδειας κούνιας», όπου υπέρμαχοι των γεννήσεων προειδοποιούν τους συμπατριώτες τους για το τι τους περιμένει.

Στη Γαλλία, οι αρχές τυπώνουν προπαγανδιστικές καρτ ποστάλ που καλούν τους αδειούχους στρατιώτες «να δουλέψουν για την αύξηση του πληθυσμού» και τις «γυναίκες να δουλέψουν για τη Γαλλία». Η Γερμανία ψηφίζει νόμους κατά των αμβλώσεων και της αντισύλληψης με προοίμιο τη φράση «Η γενική ευημερία του κράτους πρέπει να προηγείται των αισθημάτων των γυναικών».

«Γυρίστε στα σπίτια σας και πείτε στις γυναίκες πως χρειάζομαι γεννήσεις, πολλές γεννήσεις» έλεγε ο Μουσολίνι στα στελέχη των φασιστικών γυναικείων οργανώσεων. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Γαλλία καθιερώνει το μετάλλιο «για τη γαλλική οικογένεια», βραβεύοντας τις πιο παραγωγικές μητέρες: χάλκινο για τα πέντε παιδιά, χρυσό για τα δέκα. Στη Σοβιετική Ενωση, μολονότι στα πρώτα χρόνια έγιναν πολύ τολμηρά βήματα για την απελευθέρωση των γυναικών, το 1936 κηρύσσεται παράνομη η άμβλωση, η οποία, σύμφωνα με Σοβιετικό γιατρό, «είναι δυσβάσταχτο φορτίο για το κράτος, γιατί μειώνει τη συμβολή των γυναικών στην παραγωγή».

Στη Βρετανία με νόμο του 1929 «Για τη διατήρηση της ζωής», η άμβλωση τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Ωστόσο παρά τις διώξεις, οι γυναίκες συνέχιζαν να καταφεύγουν στην άμβλωση ως μέτρο ελέγχου των γεννήσεων –καμιά φορά και περισσότερο από πριν– μόνο που το έκαναν κρυφά και με μεγαλύτερο κίνδυνο για την υγεία τους.

Σε γενικές γραμμές η πολιτική προώθησης των γεννήσεων στον Μεσοπόλεμο απέτυχε, με μία από τις βασικές αιτίες να είναι η «φτήνια» τους. Τα επιδόματα και οι φοροελαφρύνσεις δεν ήταν ικανές να αντιστρέψουν την τάση μείωσης των γεννήσεων, καθώς δεν συνοδεύονταν από μακρόπνοα αποτελεσματικά κίνητρα – με την ανεργία και τη φτώχεια να μετατρέπουν τη γονεϊκότητα σε βάρος, παρά σε επιλογή.

Τι ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες

● Σε όλες τις σκανδιναβικές χώρες, παρά το σκοτεινό παρελθόν τους όπου μέχρι και τη δεκαετία του 1970 εφάρμοζαν πρακτικές ευγονικής με ακούσιες στειρώσεις, είναι αυτονόητο ότι και οι δύο γονείς εργάζονται και αναλαμβάνουν από κοινού τις υποχρεώσεις φροντίδας των παιδιών, ενώ όλα τα παιδιά έχουν πρόσβαση σε δομές εκπαίδευσης και μέριμνας από πολύ μικρή ηλικία.

● Στη Σουηδία, η οικογενειακή πολιτική αποσκοπεί στην ενίσχυση της πρόσβασης των γυναικών στην αγορά εργασίας και στην προώθηση της ισότητας των φύλων. Η προσπάθεια που γίνεται δεν έχει ως αυτοσκοπό την τεκνοποίηση αλλά με μία ορθώς σχεδιασμένη πολιτική στήριξης και πρόσβασης σε υποδομές, δίνεται η δυνατότητα στους πολίτες να επιλέξουν πότε και πόσα παιδιά θα κάνουν.

● Στη Γαλλία εφαρμόζεται το μέτρο χορήγησης ευέλικτης άδειας και για τους δύο γονείς, με τη μορφή της μερικής απασχόλησης για μικρό διάστημα μέχρι και την πλήρη τριετή άδεια, με τον εργοδότη να μην πληρώνει τίποτε και το κράτος να χορηγεί επίδομα της τάξης των 350 ευρώ περίπου τον μήνα.

● Στη Γερμανία και την Αυστρία, όπου η οικογενειακή πολιτική προσανατολίζεται στις «παραδοσιακές» μορφές οικογένειας, παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες είναι οι υψηλότερες στην Ευρώπη, ο δείκτης γονιμότητας παραμένει σχετικά χαμηλός.

● Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, περιορίζονται κυρίως σε επιδοματικές πολιτικές με χαμηλό δημοσιονομικό κόστος και μηδαμινή στήριξη στα μέλη της οικογένειας.