Τα περιστέρια κούρνιαζαν στη βεράντα του κι απολάμβαναν τη φιλοξενία που τους πρόσφερε. Μερικές φορές μάλωναν μεταξύ τους διεκδικώντας μια θέση στο τραπέζι του ή τα πιο τολμηρά στην παλάμη του. Τον χαιρετάνε με κρωξίματα κι εκείνος μένει εκστατικός μπροστά στη γρηγοράδα και τη χάρη τους.
Προχθές όμως περπάταγε προς το στέκι του και στον δρόμο είδε χτυπημένο, σκοτωμένο ίσως από κάποιο αυτοκίνητο, ένα σταχτοπερίστερο. Ο κόσμος περνούσε δίπλα του αγνοώντας τα ματωμένα πούπουλα. Το αηδιαστικό κουφάρι. Εκείνος δεν μπόρεσε.
Βρήκε ένα κουτί και με σεβασμό προς το νεκρό πουλί το έβαλε μέσα και το άφησε κοντά στον κάδο των σκουπιδιών. Σου άξιζε κάτι καλύτερο, μα από το τίποτα κάτι είναι κι αυτό, σκέφτηκε, και κοίταξε προς τον ουρανό. Οι πολυκατοικίες δεξιά και αριστερά άφηναν να φαίνεται μόνο ένα μικρό κομμάτι ουρανού. Συμπληγάδες Πέτρες, ψιθύρισε.
Δυο μεγάλοι όγκοι από τσιμέντο κι ανάμεσά τους ένα ποτάμι, επίσης τσιμεντένιο. Μα τα πουλιά… είναι τα ίδια. Τα περιστέρια εξακολουθούν να πετούν ανάμεσά τους. Δοκιμαστικές πτήσεις αντοχής. Οπως εκείνο το περιστέρι, που ο Φινέας συμβούλευσε τους Αργοναύτες να περάσει ανάμεσα από τις Συμπληγάδες. Το γενναίο πουλί γλίτωσε, έχασε μόνο κάτι φτερά από την ουρά του.
Και από τότε οι δυο βράχοι ακινητοποιήθηκαν. Μα εσύ δεν τα κατάφερες να βρεις τον δρόμο για τον ουρανό στους ακινητοποιημένους όγκους της μεγάλης πολιτείας. Σε είδε όμως εκείνος ο παράξενος ποιητής και τα μαρτύρησε όλα: «Αποδώ θα περνούσε το περιστέρι, είχαν ανάψει δαδιά γύρω στους δρόμους, άλλοι άνθρωποι φυλάγαν στις δενδροστοιχίες, παιδιά κρατούσαν στα χέρια σημαιούλες, περνούσαν οι ώρες κι άρχισε να βρέχει, έπειτα σκοτείνιασε όλος ο ουρανός, μια αστραπή ψιθύρισε κάτι φοβισμένα, και άνοιξε η κραυγή στο στόμα του ανθρώπου, τότε το άσπρο περιστέρι μ’ άγρια δόντια, σα σκύλος ούρλιαξε μέσα στη νύχτα» (Μ. Σαχτούρης).
Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα περιστέρια σκέφτηκε τότε πως όποιος μιλάει σιγά, όποιος γλυκά κελαηδάει, δεν ακούγεται. Οι άνθρωποι τον προσπερνούν ακόμα κι αν τον βλέπουν να υποφέρει. Μα όποιος γαβγίζει, ναι, αυτός σίγουρα κάνει αίσθηση και πολύ υπολογίζεται. Αυτά τα αθώα πουλιά είναι όμως έτσι και ποτέ δεν θα αλλάξουν. Ισως κάποτε βαρεθούν, αφήσουν μια για πάντα τις συμπληγάδες στις πόλεις των ανθρώπων και μετοικήσουν οριστικά στα απάτητα βουνά.
