Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την έχει δουλέψει με πολύ κόπο τη νέα ποιητική συλλογή του ο Θωμάς Κιάος (γεν. 1979). Περιέχει γερούς, δυνατούς στίχους και αξιοπρόσεκτη, πολυτυπική ρίμα και ρίχνει το βάρος του στο ρήμα, κάτι που τον αποτρέπει από το να πλατειάζει ή να εκβιάζει το συναίσθημα του αναγνώστη. Απλώνει την κοσμοθεωρία του λιτά, προσπαθώντας να δείξει ότι έχει ξεφύγει από πολλά περιττά, αλλά το «εγώ» του κάπως τον εμποδίζει να ανακαλύψει το εγώ του δημιουργού [είναι τελείως διαφορετικά τα δύο «εγώ», αλλά αυτό νομίζω ταλανίζει τους περισσότερους ποιητές].

Ενδιαφέρον έχει η στάση του απέναντι στο μέγα θέμα της γραφής και της ανάγνωσης: «μα φταις και συ, αναγνώστη, που δεν παίρνεις αποφάσεις./ Εχεις συνήθως άλλους γι’ αυτό -άσε, τώρα, τις προφάσεις./ Ολοι κάποια στιγμή μέσα στη μέρα/ ζητάμε κάποιος άλλος να τα βγάλει πέρα».

Από το πρώτο κιόλας ποίημα μας προϊδεάζει για τέτοιους στίχους, που είναι πράγματι θαρραλέοι και ενθαρρυντικοί για το μέλλον της λογοτεχνίας γενικότερα. Το παραθέτω: «Κάθε βιβλίο/ είναι ένα είδος ημερολογίου./ Είναι καλύτερα το ημερολόγιο/ όταν δεν είναι του συγγραφέα/ αλλά της εποχής./ Οπως και είναι καλύτερη η εποχή/ που έχει συγγραφείς». Η εποχή εκφράζει τον συγγραφέα ή ο συγγραφέας την εποχή; Το ποίημα προκαλεί. Είναι ίσως μήνυμα προς τον εαυτό του και προς όλους, τουλάχιστον εκείνους που γράφουν [κυρίως ποίηση]. Προστρέχει μεν στη λιτότητα, δεν καταφέρνει όμως –νομίζω– να την προστατεύσει από την επαναληπτικότητα του «εγώ» που προαναφέρθηκε. Εισχωρεί με ευλυγισία στα μεγάλα [αγάπη, θάρρος, εξουσία, τίποτα, χειραγώγηση, μηδέν…] δείχνοντας έτσι κι ένα σφιχτό λογοτεχνικό, άμα τε και φιλοσοφικό υπόστρωμα, που το υποδεικνύουν τα μότο των ποιημάτων.

«Οσο και αν πονέσετε,/ όσο και αν από τον πόνο βγάλετε έργο,/ μην αγαπήσετε ποτέ τον πόνο./ Ο πόνος μπορεί να βγάλει ομορφιά,/ αλλά ο πόνος; δεν είναι ομορφιά». Ουδόλως ενοχλεί εδώ η επανάληψη της λέξης πόνος. Και, στο ίδιο ποίημα [Μανιφέστο]: «Μην ξεχνάτε πως σημασίες υπάρχουν,/ επειδή δεν υπάρχουν τελικά».

Οι στίχοι δεν είναι αυτάρεσκοι ή διδακτικοί· πηγάζουν από μια λεπτή ευαισθησία γύρω από τη δικαιοσύνη και τον έρωτα, από μια τρυφερότητα για την παιδικότητα, που δεν χάνει ποτέ ο άνθρωπος. Στο «Ανατολικά του μηδενός» διαβάζουμε [για τα ρήματα]: «Αργά αργά εξαφανίζονται τα ρήματα./ Συνεχείς μικροί θάνατοι./ Εδώ και χρόνια πέθανε το “εμπιστεύομαι”./ Χθες νομίζω πέθανε το “καταλαβαίνω”./ Και μένουν μοναχά τους τα επίθετα,/ “καλός, κακός, ωραίος, άσχημος”/ και τα ουσιαστικά,/ “το δέντρο, το σπίτι”,/ γίνονται επίθετα κι αυτά». Δίνουν όμορφα οι στίχοι τη σύγχυση στην επικοινωνία, τη συρρίκνωσή της, τη μανία μας να τα βλέπουμε όλα μανιχαϊστικά [άσπρο ή μαύρο – και πάπαλα], την τάση μας να ισοπεδώνουμε τη γλώσσα και ό,τι αυτή μας βοηθά να κατανοήσουμε, την ιδιοτροπία (;) μας να μη βλέπουμε τα όμορφα και ουσιώδη. Στον «Κύκνο» μάς θυμίζει πως «…ό,τι χωρά στη μνήμη αισθάνεται πια την ομορφιά».

Είναι ωραία η ποίηση του Θωμά Κιάου· δεν έχω διαβάσει τις δύο προηγούμενες συλλογές του, από τις ίδιες εκδόσεις, «Είδη εποχής», 2012, και «Γράμμα», 2014. Ο «Καινούργιος κόσμος» είναι, πάντως, ώριμος και ενδεικτικός της ποιητικής του φλέβας.

Ιδού και ο «Μικρός θεός» του: «Θεός δεν ξέρω αν υπάρχει./ Οχι με τίποτα θρησκείες και τέτοια./ Με αισθήματα./ Κατ’ αρχάς υπάρχει αγάπη. Μητρική./ Σ’ αυτό δεν διαφωνεί κανείς./ Και τον θεό τον ψάχνουμε. Επίσης σίγουρο. Και οι άθεοι./ Καμιά φορά νιώθουμε ότι υπάρχει ή –καλύτερα– νομίζουμε πως τον βρίσκουμε./ Είναι στο θέατρο. Ανάμεσα στον ηθοποιό και στον θεατή./ Το θέατρο/ που κάθε θρησκεία, άθεη ή μη,/ έχει./ Είναι αυτό που βλέπεις θεατή,/ αυτό που έχει θέα, αυτό που θες».

Σίγουρα έχει πολλά να δώσει.