Το 2006, τότε που η Εθνική Ισπανίας κατακτούσε το πρώτο της χρυσό στο Μουντομπάσκετ της Σαϊτάμα, ο Ρίκι Ρούμπιο δεν ήταν απλά ένας εκκολαπτόμενος μπασκετμπολίστας 16 χρόνων. Ηταν ο ηγέτης και ο MVP της Εθνικής Παίδων της χώρας που στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης στα γήπεδα της Ανδαλουσίας. Από μικρός φαινόταν ότι θα μεγαλώσει ή καλύτερα: «σκηνή από ταινία προσεχώς».
Ηταν η ίδια χρονιά που ο προπονητής του στην Μπανταλόνα, ο Αΐτο Ρενέσες, τον προώθησε με αποφασιστικότητα στην πρώτη ομάδα. Και δεν το έκανε για να έχει στον πάγκο έναν για να χειροκροτεί ή για να τον βάζει κανένα δίλεπτο στο τέλος κάποιων αγώνων της ισπανικής λίγκας, όταν όλα είχαν κριθεί.
Επειδή πίστευε και στα προσόντα του και στον χαρακτήρα και συνεπώς στις προοπτικές του, δεν δίσταζε να τον ρίχνει ακόμη και στην «αρένα με τα λιοντάρια» των κρίσιμων ευρωπαϊκών αναμετρήσεων. Χωρίς να τον αρχίζει στα μπινελίκια για τα λάθη είτε από απειρία είτε γιατί είχε να αντιμετωπίσει παίκτες πιο δυνατούς και σκληρούς.
Κάποια φορά μάλιστα, σε ένα ματς με τον Παναθηναϊκό, που… γύρισε υπέρ των «πρασίνων» από κάποιες επιπολαιότητες του μικρού, Ελληνες δημοσιογράφοι προσπάθησαν να τον ρωτήσουν διπλωματικά γιατί δεν «προφύλαξε» την ομάδα του, εκείνος απάντησε με αυτοπεποίθηση: «Το κέρδος μας είναι να βγάλουμε παίκτες, όχι να νικήσουμε ή να χάσουμε ένα παιχνίδι παραπάνω».
Προχθές λοιπόν, στην «Κάντιλακ Αρένα» του Πεκίνου, ο Ρίκι επέστρεψε με τόκο, όχι μόνο στον Ρενέσες, αλλά και σε ολόκληρο το ισπανικό μπάσκετ την εμπιστοσύνη που του έδειξαν. Αυτή τη φορά ήταν ΜVP της μεγάλης «φούρια ρόχα» στην κατάκτηση του δεύτερου χρυσού μεταλλίου της σε Παγκόσμιο Κύπελλο, 13 χρόνια μετά τον θρίαμβο επί της Ελλάδας.
Πάνω-κάτω αυτή είναι η ιστορία των περισσότερων από τους παίκτες που έκαναν την Ισπανία την κορυφαία ευρωπαϊκή δύναμη της τελευταίας 20ετίας. Την ομάδα που έχει κατακτήσει 14 μετάλλια (5 χρυσά, 5 ασημένια και 4 χάλκινα) από το 1999 μέχρι σήμερα, στις τρεις μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις, δηλαδή τα Παγκόσμια Κύπελλα (2-0-0), τους Ολυμπιακούς Αγώνες (0-2-1) και τα Ευρωμπάσκετ (3-3-3). Την ομάδα που ζόρισε την «Team USA» του Κόμπι Μπράιαντ στον τελικό των Ολυμπιακών του Πεκίνου αλλά και 4 χρόνια αργότερα, σε αυτόν του Λονδίνου.
Την ομάδα που σε συνδυασμό με τις διαρκείς επιτυχίες των μικρών Εθνικών, έχει εγκατασταθεί για τα καλά στο νούμερο 2 του ranking της FIBA. Που στέλνει διαρκώς παίκτες στο ΝΒΑ. Κι εκείνοι οπλισμένοι με αυτοπεποίθηση, πάνε και δεν γίνονται κομπάρσοι αλλά πρωταγωνιστές. Είναι μικρό πράγμα ότι ο Πάου και ο Μαρκ Γκασόλ είναι τα μοναδικά αδέλφια στην ιστορία του κορυφαίου πρωταθλήματος στον κόσμο που έχουν πάρει πρωτάθλημα;
Το ισπανικό αναπτυξιακό μοντέλο έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα που καρπώνεται η Εθνική. Οι παίκτες που αναδεικνύει, πρώτα ξεχωρίζουν στην Ισπανία και γενικότερα στην Ευρώπη και μετά κάνουν το μεγάλο άλμα. Αυτό σημαίνει ότι διατηρούν έναν ισχυρό δεσμό με την Εθνική και κατ’ επέκταση με την Ομοσπονδία, η οποία είναι σε διαρκή επαφή μαζί τους. Παράλληλα όταν έρχονται να την ενισχύσουν, δεν χρειάζονται περίοδο προσαρμογής στους διεθνείς κανονισμούς.
Ωστόσο, αν είναι κάτι που κάνει την Εθνική Ισπανίας ξεχωριστή, πέρα από το ταλέντο και τα προσόντα των μελών, είναι η αίσθηση της οικογένειας που εκπέμπει. Η μεγάλη φουρνιά Ναβάρο, Ρέγες, Π. Γκασόλ, Ρούντι Φερνάντεθ και Γκαρμπαχόθα, που τώρα είναι πρόεδρος της Ομοσπονδίας, μεγάλωσε παίζοντας μαζί από μικρά παιδιά. Πρώτα έγινα παρέα, μετά μπασκετμπολίστες και στο τέλος επαγγελματίες πρωταθλητές. Δεν λένε ότι επαγγελματίας είναι αυτός που κάνει τη δουλειά του με τη σοβαρότητα που έπαιζε όταν ήταν μικρό παιδί;
Στην ουσία, η έκρηξή τους ήρθε από τη στιγμή που βρέθηκαν οι προπονητές οι οποίοι κατάφεραν να μη διαταράξουν αυτό το κλίμα. Που ήξεραν να τους διαχειριστούν και συνειδητοποίησαν ότι έρχονταν τα καλοκαίρια γιατί περνούσαν καλά παίζοντας μαζί, όπως τα χρόνια της αθωότητας.
Πρώτος ο Πέπου Ερνάντεζ και μετά ο Ιταλός Σέρτζιο Σκαριόλο, τον οποίο δεν δίστασαν να καλέσουν σε ένα δωμάτιο και να συμβουλεύσουν ότι πρέπει να αλλάξουν τακτική ύστερα από ένα απογοητευτικό ξεκίνημα στο Ευρωμπάσκετ της Πολωνίας το 2009. Κι εκείνος, που προφανώς δεν είχε το κόμπλεξ και την ξεροκεφαλιά του «φωτεινού παντογνώστη», τους άκουσε. Στα νοκ άουτ άρχισε η ανάκαμψη η οποία επιβραβεύτηκε στο Κατοβίτσε, στο πιο ψηλό σκαλί του βάθρου, με την ανάκρουση του ισπανικού εθνικού ύμνου που ακούστηκε για πρώτη φορά στη διοργάνωση.
Η αλήθεια βέβαια είναι ότι την Ισπανία βοηθάει η μορφολογία του εδάφους της και η ύπαρξη πολλών μεγάλων αστικών κέντρων που πολλαπλασιάζει την παραγωγή, υπάρχει τοπική οικονομία που υποστηρίζει πολλά μεγάλα κλαμπ και ενισχύει το πρωτάθλημα, που είναι πλέον το καλύτερο της Ευρώπης.
Τη βοηθάει επίσης και η κουλτούρα του λαού, που έχει την αθλητική παιδεία πολύ ψηλά στο σύστημα αξιών του. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Ισπανοί έχουν φτάσει στην κορυφή στο ποδόσφαιρο, στο τένις με τον Ναδάλ, στη Φόρμουλα 1 με τον Αλόνσο, στην ποδηλασία με τον Βαλβέρδε και πάει λέγοντας.
Αφήστε που στο Final 8 του «Κόπα Ντελ Ρέι», σε μια πόλη συναθροίζονται οπαδοί και των οκτώ ομάδων, χωρίς να την κάνουν «καλοκαιρινή». Και η πιο συνηθισμένη φωτογραφία χωράει οκτώ συνεχόμενα καθίσματα που το πιθανότερο είναι να μη φοράει κανείς το ίδιο κασκόλ με τον διπλανό του.
