Αν ο Αριστοτέλης διακρίνει το λογοτεχνικό ύφος σε επικό, λυρικό, δραματικό, ο Δάντης το διαχωρίζει σε κωμικό, ελεγειακό, τραγικό και οι ανθρωπιστές, μέχρι την Αναγέννηση, σε ταπεινό, μεσαίο, υψηλό. Μια άλλη ανεπίκαιρη, αν και υποβλητική ταξινόμηση θέλει το ύφος να διακρίνεται σε αττικό, δηλαδή καθαρό, χωρίς φιοριτιούρες∙ λακωνικό, δηλαδή βραχύ ή σκοτεινό∙ ασιατικό, για να πούμε φαντασιακό, γόνιμο και παραμυθένιο, δηλαδή το αντίθετο του λακωνικού.
Περιττό είναι επίσης να πούμε ότι δεν είναι η περίπτωση να προσλάβουμε, δογματικά, ένα ύφος που ακολουθεί ορισμένους κανόνες∙ όπως δεν έχει νόημα να υποβάλλεται σε κριτήρια που απαιτούν να προκατασκευάσουν την κατηγορία στην οποία ανήκει ένα κείμενο. Στη λογοτεχνία, δεν πρέπει να υπάρχουν είδη που κατατάσσονται αφηρημένα ή απόλυτα, αλλά μεμονωμένα έργα.
Επίσης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι το ύφος είναι στενά δεμένο με τις χώρες, τους τόπους, τα αντικείμενα, τα θέματα, τα γεγονότα, την ανθρωπολογία και τα άτομα για τα οποία πραγματεύεται ο κάθε συγγραφέας. Εξάλλου το ύφος δεν είναι πάντα ατομικό ή εξαρτώμενο αποκλειστικά από το γούστο, την ιδεολογία και τους ψυχολογικούς προσανατολισμούς ενός συγγραφέα κι αυτό αποδεικνύεται από τις υφολογικο-γλωσσικές «εμμονές» ή «σταθερές» που εντοπίζονται στις διάφορες κουλτούρες ή λογοτεχνίες.
Κάτω από αυτή την οπτική, δεν μπορούμε να αρνηθούμε την αίσθηση των ιδιωμάτων που «μοιάζουν», κι έτσι ο αφηγηματικός λόγος του Μπουτζάτι καταγράφει ομοιότητες μ’ εκείνον του Κάφκα, το έργο του Μοράβια μ’ εκείνο του Μπαλζάκ, του Τότσι με του Βέργκα, του Κουασίμοντο με του Ντ’Ανούντσιο ή του Γκάντα με τα γλωσσικά ιδιώματα ή διαλέκτους του Μιλάνου (Η γνώση του πόνου), της Ρώμης (Ο φρικτός κυκεώνας της οδού Μερουλάνα) ή της Φλωρεντίας (Ερωτας και Πρίαπος).
Η λογοτεχνική γραφή δεν είναι λειτουργικός κώδικας επικοινωνίας, αλλά δημιουργική γλώσσα διακεκριμένων και συγκεκριμένων εμπειριών, που μετατρέπονται σε πραγματικότητα. Δημιουργία αυτών που δεν γνωρίζεις αλλά διαισθάνεσαι ως αυθεντικά και ζωτικά. Επινόηση ξανά του πραγματικού, αναδημιουργία και επαύξηση της ύπαρξης.
Τα παραπάνω εξηγούν πώς η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός σε διαρκή κίνηση, που αποτελείται από κύτταρα που συνεχώς γεννιούνται, πεθαίνουν και ανανεώνονται. Το ίδιο συμβαίνει και με τη λογοτεχνία, που υπόκειται στον υφολογικό μεταβολισμό ορισμένων συγγραφέων περισσότερο από άλλους που κυριεύονται από τα δαιμόνια της γλώσσας.
*ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
