ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Ναγόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συχνά διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι η οικονομία αναπτύσσεται σε μια φιλελεύθερη καπιταλιστική βάση, εάν εκ των προτέρων έχουν εδραιωθεί οι τυπικά αρθρωμένες δημοκρατικές και θεμελιώδεις αρχές ελευθερίας. Οι ελευθερίες αυτές νοούνται ωστόσο καθαρά ατομικές, χωρίς να προκύπτουν άμεσα από τις αμοιβαιότητες της κοινωνικής συμβίωσης ή της αλληλεγγύης.

Εδώ, η ίση νομική προστασία ατόμων δεν αποτελεί μόνο μια αναγκαία, αλλά και μια επαρκή συνθήκη για τη συγκρότηση κράτους δικαίου, το οποίο στηρίζεται ουσιαστικά σε ατομικά δικαιώματα και στην ατομική ευθύνη. Παραμένει δε ουσιαστικά ουδέτερο απέναντι σε υποκειμενικές προτιμήσεις, συλλογικές αξίες και κοινωνικές αξιώσεις.

Σε αυτό το πολιτικο-ιδεολογικό επίπεδο συγκροτείται η φιλελεύθερη παραδοχή ότι η δομή του θετικού – τυπικού δικαίου είναι αυτή που προσδιορίζει την ποιότητα των δικαιωμάτων και καθιστά τα μεμονωμένα άτομα φορείς δικαιωμάτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζονται ως απαραβίαστες οι υποκειμενικές σφαίρες ελευθερίας, που προφυλάσσονται, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, από τον κίνδυνο καταδικαστικών πλειοψηφιών απέναντι σε ατομικά δικαιώματα.

Εδώ η πολιτική εκτίμηση περί πιθανής παραβίασης ατομικών δικαιωμάτων συνιστά ταυτόχρονα και ένα ιδεολόγημα που αποτυπώνεται στην αμεσότερη σύνδεση αυτού του μοντέλου με ζητήματα έννομης τάξης και ασφάλειας. Δεν είναι τυχαίο, π.χ., στη χώρα μας πως το ζήτημα των Εξαρχείων και του προσφυγικού αντιμετωπίζεται από τη νέα κυβέρνηση πρωτίστως με τους παραπάνω όρους.

Από αυτή την άποψη, παρόμοιες προσεγγίσεις περί κράτους δικαίου (όχι οπωσδήποτε και κοινωνικού κράτους) μεταφράζονται από νεοσυντηρητικές κυβερνήσεις σε προτάσεις πολιτικής εφαρμογής σχεδίων δράσης προς αυτή την κατεύθυνση ώστε να ανταποκριθούν αμεσότερα σε όποιες ανασφάλειες πολιτών. Ενας λόγος παραπάνω, όταν μπροστά στα μεγάλα θέματα, όπως π.χ. το προσφυγικό στη χώρα μας, οι δυσκολίες να αντιμετωπιστούν οι εκρηκτικές εξελίξεις με κεντρική πολιτική προτεραιότητα την κοινωνική αλληλεγγύη, δημιούργησαν ευκαιρίες για πολιτική εργαλειοποίηση θεμάτων ασφάλειας.

Ωστόσο, στην παραδοσιακή μάχη των μεγάλων ιδεολογιών, φιλελευθερισμού – σοσιαλισμού, συναντούσε κανείς, σε επίπεδο αντίληψης περιεχομένου της έννοιας της δημοκρατίας, την εξής αντιπαράθεση.

Στην πρώτη ιδεολογία, την εγγύηση της ιδιωτικής ελευθερίας, της ατομικής ιδιοκτησίας και της ασφάλειας του κάθε πολίτη, ως όρους επαρκείς για τη συγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας, και σε μια αποδέσμευση από συλλογικούς κοινωνικούς στόχους.

Στη δεύτερη ιδεολογία την κοινωνική ελευθερία του κοινωνικοποιημένου πολίτη σε ολιστικά νοούμενες κοινωνικές οντότητες, στις οποίες ωστόσο απουσιάζουν αλλά και συχνά στιγματίζονται οι ατομικοί αυτοκαθορισμοί.

Ενώ λοιπόν η έννοια της ολότητας αμφισβητείται από τις φιλελεύθερες θεωρίες πολιτικά και επιστημονικά ή στην καλύτερη περίπτωση συντηρείται συμβατικά, στις σοσιαλιστικές θεωρίες προάγεται σε βασική αρχή.

Από τα ατομικά και προσκολλημένα αποκλειστικά στην έννομη τάξη ατομικά δικαιώματα του φιλελεύθερου μοντέλου, οι σοσιαλιστικές θεωρίες επικεντρώθηκαν στα συλλογικά δικαιώματα και στην ολιστική – κοινωνική διάσταση των δικαιωμάτων. Αποκτούν δηλαδή βαρύτητα έννοιες που προσδιορίζουν παράλληλα τους κοινωνικούς όρους των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, υπερβαίνοντας τα ατομικά εγωιστικά συμφέροντα. Ετσι, π.χ., η κοινωνική δικαιοσύνη δεν αποτελεί αφηρημένη παράμετρο στον δικαιακό πολιτισμό.

Πέρα από αυτές τις παραδοσιακές αντιπαραθέσεις, επιχειρώντας να εντοπίσουμε στο σημείο αυτό τις σύγχρονες αντιθέσεις, το ζήτημα της ανάλυσης μεταφέρεται από τα επίπεδα των υψιπετών πολιτικοϊδεολογικών θεωριών στο ιστορικό, άρα επικαιροποιημένο περιεχόμενο των προταγμάτων που προσδιορίζουν τελικά τις αντιθέσεις αυτές.

Οπως υπογραμμίζει και ο Αξελ Χόνεθ,1 απέναντι στις φιλελεύθερες θεωρίες η σοσιαλιστική απάντηση ήταν παραδοσιακά μια κανονιστικού τύπου εναλλακτική θεωρία για την κοινωνική ελευθερία και όχι μια πειραματική αντιμετώπιση ιστορικών και πραγματικών διαδικασιών για τη δημοκρατική κατάκτησή της.

Σήμερα, η κοινωνική ελευθερία στη σοσιαλιστική σκέψη δεν φαίνεται ότι μπορεί πλέον να συντηρεί εύκολα ένα κανονιστικό υπόδειγμα, μια νοσταλγική ανάδυση του κοινοτικού δεσμού, ούτε μια νομοτελειακή δικαίωση της ιδεολογίας. Σύγχρονος στόχος είναι η επικράτηση στους ιστορικούς, άρα πραγματικούς, όρους δημοκρατικής αναμέτρησης στη σφαίρα σχηματισμού πολιτικής βούλησης και στις προτάσεις ποιοτικής αναβάθμισης του θεσμικού πλαισίου των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών.

Εν ολίγοις, η κοινωνική ελευθερία –και η ηθική της υπόσταση– δεν εγκαθιδρύεται με πολιτικές αποφάσεις αλλά καλλιεργείται και δημιουργείται. Ποιότητα στη Δημοκρατία προκύπτει όταν τα ατομικά δικαιώματα δεν αντιφάσκουν στην κοινωνική αλληλεγγύη, δεν συνιστούν δηλαδή αντίπαλο πόλο εγωιστικών συμφερόντων, αλλά αποτελούν ένα από τα βήματα για συλλογική διεκδίκηση δικαιωμάτων.

Απαλλαγμένες από τον οικονομικό ντετερμινισμό, τα προοδευτικά σχήματα της πολιτικής και της κοινωνίας που ενδιαφέρονται για τη βελτίωση της ποιότητας της δημοκρατίας μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και την οικονομική σφαίρα και να αξιώσουν, πέρα από την ιδιωτική αγορά, εναλλακτικά συστήματα οικονομικής πολιτικής καθώς και συνεργατικά μοντέλα.

Εάν σήμερα τίθενται ζητήματα νέας πολιτικής ταυτότητας αριστερών κομμάτων, πρέπει πρωτίστως να αφορούν έναν αγώνα μετουσίωσης της αγανάκτησης σε ώριμη συμμετοχική δράση ενημερωμένων πολιτών με συγκεκριμένο κοινωνικό στόχο. Μια σύγχρονη δημοκρατική διεκδίκηση ποιοτικού μετασχηματισμού των θεσμών που μπορεί να αποδώσει ιστορικά σε διάφορα πεδία της κοινωνικής αναπαραγωγής. Εκεί όπου εναρμονίζονται ατομικά δικαιώματα και δημοκρατικές κοινωνικές αξίες.

*καθηγητής Κοινωνιολογίας της Γνώσης – Τμήμα Κοινωνιολογίας, κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αιγαίου