ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Τάσος Σαραντής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κομμένη και ραμμένη στις απαιτήσεις του κυνηγετικού λόμπι είναι για ακόμη μια χρονιά η απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος, Κωστή Χατζηδάκη, με την οποία ρυθμίζεται η άσκηση της θήρας στην ελληνική επικράτεια για την κυνηγετική περίοδο 2019-2020. Είναι ενδεικτικό ότι η νέα πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, ομοίως με την προηγούμενη, αγνόησε τις προτάσεις της καθ’ ύλην αρμόδιας Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, καθώς και ότι δεν κλήθηκαν να διατυπώσουν τις απόψεις τους οι πανελλήνιας εμβέλειας φιλοζωικές και περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Σύμφωνα με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, που εκφράζει για ακόμη μια φορά την αποδοκιμασία και την απογοήτευσή της, η νέα ρυθμιστική απόφαση, υπαγορευμένη -και αυτή τη χρονιά- από το κυνηγετικό λόμπι, χαρακτηρίζεται από την ατολμία του ΥΠΕΝ για την προστασία του τρυγονιού.

Με βάση το «Διεθνές Σχέδιο Δράσης για το Τρυγόνι», στο οποίο συμμετείχαν δεκάδες μέλη της ευρωπαϊκής επιστημονικής κοινότητας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχει προταθεί ήδη από τον Μάιο του 2018 η προσωρινή απαγόρευση της θήρας του πανευρωπαϊκά, έως ότου αναπτυχθεί και τεθεί σε λειτουργία ένα μοντέλο για την προσαρμοστική διαχείριση της κάρπωσης.

Η προσωρινή απαγόρευση της θήρας του τρυγονιού προτάθηκε επειδή οι πληθυσμοί του μειώνονται στη συντριπτική πλειονότητα των χωρών όπου αναπαράγεται. Σύμφωνα με τη Διεθνή Ενωση Προστασίας της Φύσης (IUCN), το τρυγόνι τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στην Ευρώπη χαρακτηρίζεται πλέον ως απειλούμενο («τρωτό») και στην Ε.Ε. των 28 κατατάσσεται ως «σχεδόν απειλούμενο».

Ωστόσο, το ΥΠΕΝ, αντί να ακολουθήσει άμεσα το παράδειγμα των ευρωπαϊκών χωρών, αποφάσισε να συνεχίσει την «πρωτοτυπία» που εισήγαγε με τη ρυθμιστική απόφαση της περασμένης χρονιάς, με το «πυροτέχνημα» της μείωσης της κάρπωσης του τρυγονιού από 12 άτομα ανά εξόρμηση σε 10 και φέτος πλέον σε 8 άτομα. «Αποτελεί άξιο απορίας βάσει ποιων δεδομένων και υπολογισμών κατέληξε στην εν λόγω απόφαση», επισημαίνει η Ορνιθολογική Εταιρεία.

Απ’ ό,τι φαίνεται, το ΥΠΕΝ συνεχίζει να θεωρεί πως η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα με τη διατήρηση του είδους εντός συνόρων, αλλά και ότι η θήρευση των τρυγονιών, τα οποία διέρχονται από τη χώρα μας κάθε φθινόπωρο, δεν είναι αρκετή για να επηρεάσει τους πληθυσμούς τους στις χώρες από τις οποίες προέρχονται, αγνοώντας ή παραβλέποντας ακόμη και την έννοια των σωρευτικών επιπτώσεων.

Προς χάριν των κυνηγών, το ΥΠΕΝ παραβλέπει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη εκκινήσει την προδικαστική διαδικασία και έχει καλέσει τη Γαλλία και την Ισπανία να εντείνουν την προστασία του τρυγονιού στον «δυτικό διάδρομο» μετανάστευσης του είδους, όπως απαιτείται από την ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των άγριων πτηνών.

«Είναι δεδομένο ότι αν η Ελλάδα συνεχίσει τον δρόμο που έχει επιλέξει και δεν αναλάβει μέτρα προστασίας του βιοτόπου του είδους, θα κληθεί κι αυτή με τη σειρά της να δώσει εξηγήσεις στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας», αναφέρει η Ορνιθολογική Εταιρεία, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου.

Ωστόσο, αυτό που φαίνεται ότι «μέτρησε» περισσότερο ήταν ο ισχυρισμός της Κυνηγετικής Συνομοσπονδίας Ελλάδας (ΚΣΕ) ότι «δεν είναι αναγκαία η μείωση κάρπωσης των τρυγονιών, διότι στο ανατολικό μεταναστευτικό ρεύμα του είδους, στο οποίο ανήκει η Ελλάδα, ο πληθυσμός του βρίσκεται σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης».

Απειλούμενα είδη

Οι κυνηγοί ξαναπέτυχαν τον στόχο τους

Και δεν είναι το τρυγόνι το μοναδικό είδος που το ΥΠΕΝ διακινδυνεύει τη βιωσιμότητά του, καθώς συνεχίζεται η θήρα ειδών όπως η ψαλίδα, παρόλο που τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία τεκμηριώνουν την έντονη πληθυσμιακή κάμψη του είδους στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, εκτός από την ψαλίδα, και άλλα είδη για τα οποία το ΥΠΕΝ επιτρέπει τη θήρευση, όπως η σαρσέλα, το γκισάρι, το σφυριχτάρι, η αλημάνα και η κοκκινότσιχλα, έχουν ενταχθεί στον Κόκκινο Κατάλογο των Απειλούμενων Ειδών της Ε.Ε. με την ένδειξη «τρωτό». Κάτι που συνεπάγεται ότι γι’ αυτά τα είδη η θήρα θα πρέπει να απαγορευτεί προσωρινά, έως ότου εγκριθούν σχέδια για τη διαχείρισή τους.

Αντίθετα, η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδας (ΚΣΕ) δείχνει να πανηγυρίζει για τις φετινές «ρυθμίσεις» για το κυνήγι: «Ο κ. Χατζηδάκης δεν υιοθέτησε ουδεμία περικοπή από το πλήθος των παντελώς ατεκμηρίωτων περικοπών και περιορισμών της θήρας που ζήτησαν, με την ευκαιρία της αλλαγής της πολιτικής ηγεσίας, οι αντικυνηγετικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.

Η εκτενής, εμπεριστατωμένη και απολύτως τεκμηριωμένη σε τεχνικό, επιστημονικό και νομικό επίπεδο πρόταση της ΚΣΕ έδωσε όλα τα πραγματικά στοιχεία και τα επιχειρήματα για την αποφυγή περικοπών όπως τις είχαν εισηγηθεί οι αντικυνηγετικές οργανώσεις», αναφέρει.

Εξάλλου, κατά παράβαση της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας, για ακόμη μία χρονιά διατηρείται το σύστημα των κλιμακωτών ημερομηνιών σε ό,τι αφορά τη λήξη του κυνηγιού. Αντιβαίνοντας κάθε λογική, το κυνήγι των πουλιών συνεχίζει να μην έχει ενιαία λήξη, ενώ εξακολουθεί να ασκείται πέραν της 31ης Ιανουαρίου, κατά την περίοδο που ορισμένα είδη έχουν ήδη ξεκινήσει το μεταναστευτικό τους ταξίδι προς τους τόπους αναπαραγωγής. Ορισμένα είδη δε όπως ο κότσυφας έχουν ήδη εισέλθει στην αναπαραγωγική περίοδο.

Αδιαφορία

Οι κυνηγοί ξαναπέτυχαν τον στόχο τους

Εξίσου αδιάφορο για το ΥΠΕΝ είναι και το γεγονός πως η άσκηση του κυνηγιού τον Φεβρουάριο προκαλεί σημαντική όχληση και σε πλήθος άλλων μη θηρεύσιμων ειδών που συνυπάρχουν στον ίδιο βιότοπο. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η θήρα για είδη με παρεμφερή εξωτερικά μορφολογικά χαρακτηριστικά (π.χ. τσίχλες, πάπιες) ενέχει σημαντικό κίνδυνο σύγχυσης κατά την αναγνώριση και, ως εκ τούτου, πρέπει να λήγει ενιαία, προς αποφυγή θανατώσεων μη θηρεύσιμων ειδών.

Επιπλέον, στην τρέχουσα κυνηγετική περίοδο επιτρέπεται ξανά το κυνήγι τα Σαββατοκύριακα στις νήσους Γαύδο και Γαυδοπούλα, που είχε απαγορευτεί για 5 χρόνια.

Πέραν αυτών, η Ορνιθολογική Εταιρεία εκφράζει την απορία της σχετικά με τη σπουδή του υπουργείου Περιβάλλοντος να αυξήσει την ετήσια συνδρομή των κυνηγών, με την επίκληση της ανάγκης χρηματοδότησης των ιδιωτικών φυλάκων θήρας των κυνηγετικών οργανώσεων.

«Η λαϊκή ρήση Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει παρατηρούμε ότι ακολουθείται πιστά και από τον νέο υπουργό Περιβάλλοντος, αφού επικροτεί την αντίληψη και την αντίφαση ότι οι κυνηγοί μπορούν να επιβλέψουν τους κυνηγούς μέσω της ιδιωτικής θηροφυλακής» αναφέρει από την πλευρά της η Πανελλαδική Φιλοζωική Περιβαλλοντική Ομοσπονδία, που επικρίνει τη νέα ρυθμιστική απόφαση για το κυνήγι, σχολιάζοντας ότι βρισκόμαστε «στο ίδιο έργο θεατές».

Αντίθετα, η Κυνηγετική Συνομοσπονδία Ελλάδας εκφράζει τη βαθιά ικανοποίησή της για το ζήτημα: «Ως ιδιαίτερα θετική εξέλιξη για τον κόσμο των κυνηγών αποτιμά η ΚΣΕ εκείνο το σκέλος των κανονιστικών αποφάσεων που διατηρούν σε υψηλό επίπεδο την επιχειρησιακή δυνατότητα της θηροφυλακής των κυνηγετικών οργανώσεων. Η νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος φαίνεται να έχει αντιληφθεί πλήρως τη σημασία, τον ρόλο και το αναντικατάστατο έργο της θηροφυλακής στην προστασία της φύσης και της άγριας ζωής», αναφέρει.