Υπό κανονικές συνθήκες η σόλο εμφάνιση του Γιο-Γιο Μα στο Ηρώδειο θα έμοιαζε με εκκεντρικό αστείο: ένας κατάμονος τσελίστας στην άδεια, αχανή σκηνή να εκτελεί δίχως διάλειμμα (!) και τις «Εξι σουίτες για σόλο τσέλο» του Μπαχ. Ενα κλειστό σύνολο έργων μουσικής δωματίου του πιο αυστηρού γερμανικού μπαρόκ, που γράφτηκαν μάλλον όχι για να παίζονται ενώπιον κοινού, αλλά ως ασκήσεις ύψιστου επιπέδου προς εκμάθηση του τσέλου, παρουσιάστηκαν σε έναν υπαίθριο χώρο, ακουστικά εχθρικό, κι όμως η εκδήλωση ξεπούλησε!
Στις 30/6/2019, 5.000 Ελληνες και ξένοι παρακολούθησαν τη δυομισάωρη συναυλία/μαραθώνιο με άκρα προσήλωση! Βεβαίως αυτό δεν οφείλεται μόνο στο ότι για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία του Φεστιβάλ Αθηνών διαφημίστηκαν σωστά οι εκδηλώσεις κλασικής μουσικής. Αναμφίβολα, βοήθησαν τόσο το υπερμέγεθες όνομα του σολίστα όσο και η μυθική υπόληψη των έργων αυτών στη συνείδηση του μεγάλου κοινού. Ας μην ξεχνάμε, επίσης ότι, πριν από λίγα χρόνια, στην κορύφωση της γόνιμης προεδρίας του Γιώργου Λούκου, η κλασική μουσική είχε δυσφημιστεί συστηματικά. Εχει ο καιρός γυρίσματα…
Για τον Κινεζοαμερικανό τσελίστα οι «Σουίτες» του Μπαχ συνιστούν κομμάτι της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και διά βίου πηγή έμπνευσης και ψυχικής στήριξης. Υποστηριγμένη σκηνικά από υποβλητικούς φωτισμούς, η συναυλία στο Ηρώδειο ήταν μέρος μεγάλης περιοδείας, που ξεκίνησε πέρυσι και στη διάρκεια της οποίας ο Γιο-Γιο Μα θα ερμηνεύσει τα έργα αυτά σε εμβληματικούς χώρους 36 πόλεων ανά την υφήλιο.
Οπως ήταν αναμενόμενο, η μουσική προβλήθηκε μέσα από ιδιαίτερα προσεγμένη ηχητική ενίσχυση. Ανάμεσα στις σουίτες, ο 63χρονος Μα αποτάθηκε σε σπαστά ελληνικά στο κοινό, εκφράζοντας τον ανυπόκριτο θαυμασμό του για την αρχαία Ελλάδα, την αλληλεγγύη του στους σημερινούς ταλαιπωρημένους Ελληνες, κάνοντας αφιερώσεις σε όσους θυσιάστηκαν για πανανθρώπινα ιδανικά.
Οι ερμηνείες έφεραν το στίγμα της παρουσίας ενός ώριμου, μεγάλου μουσικού, φανερά εξοικειωμένου με τα όλα μυστικά και κάθε πτυχή της μουσικής του Μπαχ. Δίχως να αγνοούν τις κατακτήσεις της ιστορικής ερμηνευτικής, σε γενική θεώρηση κινήθηκαν αυτονόητα τη συντελεσμένη ρίζωση των συγκεκριμένων έργων στη ρομαντικού στίγματος ερμηνευτική παράδοση του 20ού αιώνα. Τεχνικά αψεγάδιαστο, ακριβές, δεξιοτεχνικά αβίαστο παίξιμο και ευφυής συνολική αντίληψη της αφηρημένης δραματουργίας των έργων διαφοροποίησαν ευκρινώς κάθε μέρος ανάλογα με τον χαρακτήρα και το ύφος του.
Τα εναρκτήρια πρελούδια και τα αργά μέρη δόθηκαν ρευστά, μελωδικά, αυστηρά, με συγκρατημένα εκφραστικό τρόπο. Αντίθετα, οι ενδιάμεσοι «χοροί» παίχτηκαν ανάλαφρα, κομψά, με τονισμένο ρυθμικό/λικνιστικό στοιχείο και πιο αιχμηρή, γωνιώδη φραστική. Παρουσιάζοντας τις σουίτες με αριθμητική σειρά, ο Μα εμψύχωσε εκφραστικά το παίξιμό του ανάλογα προς τη γραφή εκάστης, από την ηπιότερη 1η έως την τεχνικά πιο απαιτητική 4η, προσδίδοντας στο συνολικό ακρόαμα πρόσθετο ενδιαφέρον και εναλλαγές.
Ομως, η βραδιά δεν τέλειωσε με Μπαχ. Το ενδιαφέρον του Γιο-Γιο Μα για τις διαπολιτισμικές γεφυρώσεις και δημιουργικές συναντήσεις είναι παλιό. Πρωτοεκδηλώθηκε το 1998 με την ίδρυση του μη κερδοσκοπικού θεσμού «Silk road project», ο οποίος, με σταθερό άξονα την αγάπη για τις μουσικές παραδόσεις των χωρών του αρχαίου ευρασιατικού «Δρόμου του μεταξιού», αναπτύχθηκε διεθνώς και μέχρι σήμερα έχει καρποφορήσει πλήθος εκδηλώσεων, διεθνών συνεργασιών, παραγγελιών νέων μουσικών έργων, ηχογραφήσεων κ.λπ.
Ο διάσημος τσελίστας ολοκλήρωσε το πέρασμά του από την Αθήνα με μια διαπολιτισμική συνάντηση, γεφυρώνοντας νοητά τις νησίδες αρχαίας, παραδοσιακής πεντατονικής μουσικής των Βαλκανίων με τη μεγάλη παράδοση πεντατονικής μουσικής της Απω Ανατολής. Κάλεσε, λοιπόν, στη σκηνή ένα πενταμελές ελληνικό πολυφωνικό συγκρότημα και συνέπραξε μαζί του στην παρουσίαση του «Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμούμαι και λυπιούμαι…», ενός από τα παλαιότερα και πιο συγκινητικά ηπειρώτικα τραγούδια της ξενιτιάς.
ΥΓ.: Δυο μέρες αργότερα, στο πάντα κατάμεστο Ηρώδειο, τα ίδια κομμάτια έπαιξε ζωντανά ο Γάλλος τσελίστας Ζαν-Γκιγέν Κεράς συνοδεύοντας την κορυφαία Βελγίδα χορογράφο Αν Τερέζα Ντε Κεερσμάκερ και την ομάδα Rosas σε μια παράσταση που η διεθνής κρητική τη χαρακτήρισε «υπέρτατη στιγμή χάρης και ομορφιάς». Να ’ξερε ο καρπερός κάντορας της Λιψίας πόση και ποια απήχηση θα είχαν οι σουίτες του στη βαλκανική Ελλάδα!
