ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Παύλος Μεθενίτης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είναι το θήραμα του πολιτικού, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει ένας πολίτης, είναι η μονάδα του πολιτικού χρήματος, με την οποία παλιότερα, ή όχι και τόσο παλιότερα, εξαγόραζες το μέλλον σου.

Πήγαινες στον υποψήφιο βουλευτή και έλεγες: η φαμίλια μου όλη, με τους κοντινούς συγγενείς, παραγιούς και λοιπούς, μετράει τριάντα ψήφους. Δικές σου, εάν βάλεις τον γιο ή την κόρη μου στο υπουργείο, εάν μου δώσεις εκείνη την επαγγελματική άδεια ή εκείνη την εργολαβία του Δημοσίου.

Εσύ, λοιπόν, του έδινες τις ψήφους σου μονοκούκι, ο πολιτευτής παρκάριζε επιτέλους τον πισινό του σε έδρανο της Βουλής και η δουλίτσα σου γινόταν μια χαρά, συνήθως. Η ψήφος! Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας δίνει ως πρώτη σημασία της λέξης την εξής:

«Κάθε μέσο που χρησιμοποιεί συντεταγμένη πολιτεία, προκειμένου ο πολίτης της να εκφράσει την προτίμησή του κατά τη διάρκεια εκλογών ή δημοψηφίσματος, και το οποίο είναι συνήθως στις σύγχρονες κοινωνίες το ψηφοδέλτιο».

Εδώ να συμπληρώσω πως από τον ετυμολογικό πυρήνα της ψήφου παράγονται και το επίθετο «αψήφιστος», που σημαίνει τόσο τον απερίσκεπτο και τον επιπόλαιο, όσο και τον άφοβο, τον θαρραλέο.

Αυτός «αψηφά» (περιφρονεί) τον κίνδυνο. Το «αψηφώ» προέρχεται από τον «άψηφο», δηλαδή τον «ανάξιο λόγου», τον «περιφρονημένο», όταν η αρχική σημασία του επιθέτου άψηφος ήταν «αυτός που δεν έχει δικαίωμα ψήφου».

Οι αρχαίοι προφανώς έδιναν μεγαλύτερη αξία στην ψήφο από τους κατοπινούς – δεν είναι τυχαίο, υποθέτω, πως οι όροι «ψηφοθηρία» και «ψηφοθήρας», δηλαδή «αυτός που επιδιώκει την ψήφο τον συμπολιτών του με κάθε μέσο», εμφανίστηκαν πολύ αργότερα, στα τέλη του 19ου αιώνα…

Στην αρχαιότητα, η ψήφος ήταν ένα λίθινο σφαιρίδιο, άλλωστε η ίδια η λέξη σήμαινε «μικρή πέτρα», που χρησιμοποιούνταν για το μέτρημα αγαθών, αρχικά, και, μετά, εκλογικών προτιμήσεων. Στους νεότερους χρόνους αυτό το σφαιρίδιο έγινε μολύβδινο.

Μετά, όταν προοδεύσαμε ως κοινωνία, η ψήφος μας έλαβε χάρτινη μορφή. Αυτό βέβαια δεν είναι και τόσο καλό: για τις ανάγκες των πρόσφατων ευρωεκλογών, σε όλη την Ευρώπη θυσιάστηκαν 150.000 δέντρα για να καλυφθούν οι ανάγκες σε χαρτί. Απλώς εδώ να θυμίσω πως αλλού δεν χρειάζεται να γίνει αποψίλωση για να εκφράσει ο λαός τη βούλησή του: στις Ηνωμένες Πολιτείες, ας πούμε, ψηφίζουν εδώ και δεκαετίες ηλεκτρονικά, πατώντας ένα κουμπί.

Τέλος πάντων, η λέξη «ψήφος», λέει το λεξικό, συνδέεται πιθανώς με το αρχαίο ρήμα «ψήχω», που σημαίνει «λειαίνω, τρίβω».

Από αυτό το ρήμα προέρχονται ένα σωρό λέξεις, από το ψωμί, μέχρι εκείνη τη δισύλλαβη τετραγράμματη λέξη, που αρχίζει από «ψω», και δηλώνει το ανδρικό γεννητικό μόριο – την οποία αδυνατώ να γράψω διότι δεν το επιτρέπει η ανατροφή μου.

Βέβαια, αυτή η μακρινή απροσδόκητη ετυμολογική συγγένεια της ψήφου με την ψ..ή, να σημειώσω πως ουδόλως μειώνει τη σημασία είτε της μίας είτε της άλλης.

Κράτος και εξουσία

Η λέξη κράτος είναι μια μεγάλη λέξη. Πριν σας πω πως σημαίνει «ισχύς», «εξουσία», επιτρέψτε μου να σας θυμίσω τον στίχο του Ελύτη: «…όπου είχε κράτος και εξουσία η Ανοιξη». Ομως η ποίηση συνήθως σπανίζει από τα δημόσια πράγματα, όπου κυριαρχεί η λέξη «κράτος». Ετσι, κράτος είναι η μορφή διακυβέρνησης, το πολίτευμα, η πολιτεία και το πολιτικά οργανωμένο σύνολο ανθρώπων που είναι εγκατεστημένο μόνιμα σε μια καθορισμένη έκταση, δηλαδή η «χώρα», σύμφωνα με το Μείζον Ελληνικό Λεξικό.

Η λέξη προέρχεται, λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, από το ινδοευρωπαϊκό «kert», που σημαίνει «ισχύς, δύναμη». Η γοτθική λέξη «hardus», δηλαδή «σκληρός», έχει σχέση με αυτή τη ρίζα, όπως και το αγγλικό «hard». «Το κράτος είμ’ εγώ», έλεγε ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ της Γαλλίας, συνοψίζοντας την ουσία της απολυταρχίας.

«Το κράτος είναι το πιο παγερό απ’ όλα τα παγερά τέρατα» είχε πει ο Νίτσε, κι ίσως γι’ αυτό είναι συχνότερο ένα αστυνομικό κράτος από ένα κράτος δικαίου ή ένα κοινωνικό κράτος. Σ’ αυτή την περίπτωση οι υφιστάμενοι την κρατική εξουσία έχουν νικηθεί κατά κράτος, δηλαδή καθ’ ολοκληρίαν.

Η «εξουσία» είναι επίσης μια μεγάλη λέξη: είναι η δυνατότητα, που πηγάζει από δικαίωμα ή ισχύ, να επιβάλλει κάποιος τη θέλησή του σε άλλους, να ελέγχει ένα άτομο ή μια ολόκληρη χώρα, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Εξουσία επίσης είναι και ο φορέας της παραπάνω δυνατότητας, μια δημόσια αρχή ή ένας άνθρωπος: «Εγώ είμαι η εξουσία», έλεγαν παλιά οι ενωμοτάρχες στα χωριά.

Εξουσία ασκεί η κρατική αρχή, με τις επιμέρους λειτουργίες της, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία, αλλά εξουσία ασκεί και ένα μωρό στους γονείς του, ίσως επειδή ακριβώς είναι εντελώς αβοήθητο, περιμένοντας τα πάντα από αυτούς.

Η λέξη «εξουσία» προέρχεται από τον αρχαίο ρηματικό τύπο «έξεστι», που σημαίνει «επιτρέπεται, είναι δυνατόν» από το θέμα «ουσ-» της μετοχής «εξούσα», του «έξειμι». Οπως βλέπετε, η λέξη «εξουσία» έχει βαθιά συγγένεια με τη «συνουσία», που προέρχεται από το ρήμα «σύνειμι».

Η κοινή λέξη «ουσία» και στις δύο είναι μετοχή του ρήματος «ειμί», αλλά οφείλουμε να πούμε πως η συνουσία, δηλαδή η συνεύρεση, συνήθως είναι πιο ευχάριστη από την εξουσία. Αν και κάποιοι ισχυρίζονται πως η άσκηση εξουσίας, το να ελέγχεις τους άλλους, είναι το ισχυρότερο αφροδισιακό. Εγώ τι να πω; Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.