Ελαφρώς χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης για φέτος προβλέπει το ΙΟΒΕ αλλά εκτιμά πως υπάρχει «παράθυρο ευκαιρίας ώστε η νέα ελληνική κυβέρνηση, σε συνεργασία και με τη νέα ευρωπαϊκή επιτροπή, να δρομολογήσουν ισχυρότερη ανάπτυξη της χώρας».
Η πρόβλεψη μάλιστα του ΙΟΒΕ είναι χαμηλότερη και απ’ αυτή της Κομισιόν, καθώς στην τριμηνιαία του έκθεση κάνει λόγο για ρυθμό μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ κάτω από 2%, πιθανότερα πέριξ του 1,8%. Την ίδια ώρα οι θερινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι η ανάπτυξη φέτος θα κινηθεί στο 2,1%.
Όπως ανέφερε κατά την παρουσίαση της Έκθεσης, ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, η σημερινή συγκυρία βρίσκει την ελληνική οικονομία σε ανοδική τροχιά αλλά με ρυθμούς μεγέθυνσης που είναι σχετικά ασθενείς.
Επίσης, τόνισε πως οι κινήσεις στην οικονομική πολιτική πρέπει να είναι αποφασιστικές και κατάλληλα στοχευμένες, αν το ζητούμενο είναι η συστηματική ενίσχυση της ανάπτυξης. Αυτό είναι αδήριτη ανάγκη, δεδομένου πως δεν αποκλείονται αναταράξεις στο εξωτερικό περιβάλλον τα επόμενα λίγα χρόνια, συμπλήρωσε.
Σύμφωνα με τον διευθυντή του ΙΟΒΕ, ο στόχος δεν μπορεί να είναι η επιστροφή στην προ κρίσης «κανονικότητα», καθώς αυτή, μετά από μια αρχική περίοδο ενίσχυσης των εισοδημάτων, θα οδηγούσε και πάλι την οικονομία σε οπισθοδρόμηση και ενδεχομένως νέα κρίση. Το ζητούμενο πλέον είναι ο δομικός μετασχηματισμός της οικονομίας, που μόνο σε μικρό βαθμό έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία.
Επιπλέον, προειδοποιεί ότι «η μείωση των φορολογικών συντελεστών, δεν μπορεί να είναι καθολική γιατί θα οδηγούσε σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό». Σύμφωνα με τον κ. Βέττα απαιτούνται δύσκολες επιλογές και η μείωση των φορολογικών συντελεστών πρέπει να εστιαστεί στην ενίσχυση των κινήτρων για παραγωγή και αποταμίευση και όχι στην κατανάλωση.
Αποκλιμάκωση ανεργίας και μείωση κόστους δανεισμού
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν σήμερα, η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας επιβραδύνθηκε περαιτέρω στο πρώτο τρίμηνο του 2019, σε 1,3%, 0,3 και 1,3 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από το προηγούμενο τρίμηνο και το ίδιο τρίμηνο του 2018.
Η νέα άνοδος του εγχώριου προϊόντος προήλθε κυρίως από τις υψηλότερες επενδύσεις (+21,2%), όμως το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης τους (75,5%) προήλθε από διεύρυνση των αποθεμάτων, όχι λόγω υψηλότερου σχηματισμού πάγιου κεφαλαίου (+7,9%). Έπονται σε συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ οι υψηλότερες εξαγωγές (+4,0%), ωστόσο η θετική επίδρασή τους υπεραντισταθμίστηκε από την πολύ ισχυρότερη άνοδο των εισαγωγών (+9,5%). Στην πλευρά της εγχώριας κατανάλωσης, την ήπια ενίσχυση των καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών (+0,8%) αναχαίτισε η περιστολή των καταναλωτικών εξόδων του δημοσίου τομέα (-4,1%).
Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης το 2019 θα είναι ελαφρώς χαμηλότερος του 2018, 1,8%, από μεγαλύτερη επενδυτική δραστηριότητα, σε εξωστρεφείς κλάδους και αποκρατικοποιήσεις (+8-11%) και ήπια άνοδο ιδιωτικής κατανάλωσης (+1,2%). Στο περυσινό επίπεδο η δημόσια κατανάλωση ή ελαφρώς υψηλότερη. Η ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση θα εκδηλωθεί στις εισαγωγές (+6,2%), πρωτίστως για κεφαλαιουχικά προϊόντα, αλλά και για υπηρεσίες από καταναλωτές. Υπό τα περιοριστικά μέτρα πολιτικής στο διεθνές εμπόριο και την ολοκλήρωση επέκτασης του Q-E, θα αποκλιμακωθεί η άνοδος των εξαγωγών (+5,5%).
Γα την υπέρβαση στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος Κρατικού Προϋπολογισμού στο πεντάμηνο Ιανουαρίου – Μαΐου φέτος κατά €1,29 δισεκ. (έλλειμμα €1,76 δισεκ.) αναφέρει ότι προήλθε από υψηλότερα των αναμενόμενων έσοδα, όπως την επέκταση της σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, καθώς και σε περισσότερα έσοδα από μεταβιβάσεις κατά €538 εκατ., από τη διακράτηση ομολόγων του Δημοσίου από την Τράπεζα της Ελλάδος (ANFA’s και SMP’s).
Το ΙΟΒΕ «βλέπει» ακόμη περαιτέρω κάμψη της ανεργίας σε σχέση με έναν χρόνο πριν στο πρώτο τρίμηνο φέτος, σε 19,2%, δύο ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από ότι πριν ένα χρόνο. Η εξασθένιση της ανεργίας κατά 94,1 χιλ. άτομα, προήλθε σχεδόν αποκλειστικά από την αύξηση της απασχόλησης κατά 2,4% ή 90,2 χιλ. άτομα (95,9% της μείωσης του αριθμού των ανέργων) Το υπόλοιπο 4,1% (3,9 χιλ. θέσεις) προήλθε από τη μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.
Οι περισσότερες στο τρίμηνο Ιανουαρίου – Μαρτίου φέτος θέσεις εργασίας από ότι πέρυσι, προήλθαν πρωτίστως από τους κλάδους του Τουρισμού (+20,2 χιλ. ή +6,7%), της Εκπαίδευσης (επίσης +20,2 χιλ. ή +6,7%) και της Ενημέρωσης – Επικοινωνίας, (+14,7 χιλ.), με την τελευταία να είναι δυσερμήνευτη, δεδομένης της υποχώρησης ίδια περίοδο του προϊόντος του κλάδου κατά 2,3%. Το 2019 αναμένεται αύξηση της απασχόλησης κυρίως σε εξαγωγικές δραστηριότητες και στις Κατασκευές. Καθώς η διεύρυνση των εξαγωγών φέτος θα είναι μικρότερη από πέρυσι, θα επιβραδυνθεί η επέκταση της απασχόλησης στον Τουρισμό και σε κάποιους κλάδους της Μεταποίησης. Στις Μεταφορές η τάση θα είναι φέτος ανοδική. Θα συνεχιστεί η ώθηση στην απασχόληση από το δημόσιο τομέα. Ακολούθως, η πτώση της ανεργίας θα είναι ηπιότερη και θα διαμορφωθεί κοντά στο 18,0%.
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ ο πληθωρισμός οφείλεται στην ήπια ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης, καθώς η μεταβολή του γενικού δείκτη με σταθερούς φόρους και χωρίς τα ενεργειακά αγαθά το α΄ πεντάμηνο του τρέχοντος έτους ανήλθε σε 0,8%, ενώ η επίδραση των φόρων ήταν οριακά αρνητική (-0,1%) και των τιμών της ενέργειας μηδενική. Στο υπόλοιπο του τρέχοντος έτους οι αντιπληθωριστικές πιέσεις από την έμμεση φορολογία θα ενισχυθούν, κατόπιν της μείωσης του ΦΠΑ, ενώ δεν αναμένεται αυξητική επίδραση από τα ενεργειακά προϊόντα. Ανοδικά στις τιμές θα συνεχίσει να επιδρά η εγχώρια ζήτηση, λόγω νέας ενίσχυσης της απασχόλησης και της αύξησης του κατώτατου μισθού. Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι η αύξηση του δείκτη τιμών καταναλωτή το 2019 θα είναι οριακά χαμηλότερη του 2018, 0,3% – 0,5%.
Σημαντική βελτίωση καταγράφηκε το πρώτο εξάμηνο του 2019 ως προς τη μείωση του κόστους νέου δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, που διαμορφώθηκε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα (spread σε χαμηλό εννεαετίας).
Θετικές τάσεις στο τραπεζικό σύστημα: οι χρηματιστηριακές αξίες των τραπεζών ανέκαμψαν, οι καταθέσεις επιστρέφουν σταδιακά, οι τραπεζικές πιστώσεις προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ανακάμπτουν έπειτα από οκτώ χρόνια συρρίκνωσης, ενώ οι τράπεζες εξάλειψαν πλήρως την εξάρτησή τους από τον ELA.
Παρά τη βελτίωση, μεγάλες προκλήσεις παραμένουν για τις τράπεζες, καθώς συνεχίζεται για ένατη χρονιά η πιστωτική συρρίκνωση προς νοικοκυριά και ελεύθερους επαγγελματίες, με την πιστοδοτική ικανότητα των τραπεζών προς τον ιδιωτικό τομέα συνολικά να αναμένεται να βελτιωθεί μονό σε μικρό βαθμό το υπόλοιπο του 2019.
Προκειμένου να επιταχυνθεί η ανάκαμψη της πιστοδοτικής ικανότητας του τραπεζικού συστήματος, απαιτείται η πλήρης εφαρμογή των πρόσφατων αλλαγών στο ρυθμιστικό πλαίσιο, σε σχέση με την αποτελεσματικότητα των πλειστηριασμών, το νέο πλαίσιο προστασίας πρώτης κατοικίας, την πλατφόρμα εξωδικαστικού συμβιβασμού και να ληφθούν αποφάσεις περί μιας συστημικής λύσης για ταχύτερη μείωση των ΜΕΔ με βάση τον αναθεωρημένο επιχειρησιακό στόχο για ποσοστό ΜΕΔ κάτω από 20% έως το 2021. Ταυτόχρονα, χρειάζεται αλλαγή στο μείγμα εργαλείων για την περαιτέρω μείωσή τους, με έμφαση στις πωλήσεις, τις τιτλοποιήσεις και τις εισπράξεις από ενεργητική διαχείριση.
