Γαλάζιο και άσπρο του πλοίου, έντονα χρώματα. Νιώθεις τη θάλασσα στο χέρι σου, σαν να σέρνεις παιδική βάρκα. Ομορφα αυτά τα παιδικά παιχνίδια. Η αποματιά σου πιάνει τα δελφίνια. Μήπως τα επινόησες για να συνοδεύσουν την εικόνα που φτιάχνεις, της ομορφιάς του καλοκαιριού; Κι ο γλάρος που ακολουθεί τον καπνό του καραβιού τι είναι, Ελληνας ή Τούρκος; Κι ο ήλιος σε ποιο σημείο των νερών και της γραμμής του ορίζοντα αλλάζει εθνικότητα; Αφήνεις τις σκέψεις και γεμίζεις θάλασσα κι ουρανό, δηλαδή απεραντοσύνη. Φτάνει τούτα να σου μιλάνε και να μην τα προσπερνάς αδιάφορα κι ανέραστα. Γιατί η ζωή είναι έρωτας κι ομορφιά. Κι ό,τι το αρχέγονο, ζωή.
Ακουμπάς στην κουπαστή του καραβιού, βάζεις τα δάχτυλα στο στόμα, γλείφεις το αλάτι που άφησε η πρωινή αλισάχνη· η ψυχή σου γλυκαίνει. Αφήνεις πίσω το νησί και πλέεις προς την ασιατική ήπειρο, τη Μικρά Ασία. Μετά από λίγο άρχισαν να φαίνονται τα Μοσχονήσια. «Εκατόνησοι είσιν, οίον Απολλόνησοι, Εκατος γαρ Απόλλων», μας λέει η αρχαία γραμματεία. Νησιά του Εκάτου, του Απόλλωνα. Αμέσως έρχονται στον νου, στα χείλη της καρδιάς, τα λόγια του Φώτη Κόντογλου. Για τις ομορφιές στο μπουγάζι, στα μέρη της Ανατολής, και την ευφροσύνη που νιώθουν οι άνθρωποί του. Μπορεί να χάθηκαν οι αλλοτινοί άνθρωποι, τα ρημοκλήσια, οι κούλες και τα πυργόσπιτα, αλλά η γης, η αιολική κι η ιωνική, με την ιστορία είναι κει και μας περιμένει σε κάθε ταξίδι μας.
Ο μεγαλοπρεπής Ταξιάρχης του Μοσχονησιού μας στέκει μεγαλοπρεπής, αναστηλωμένος. Μέχρι πρότινος η γιαγιά φύλακας της πρωτοκκλησιάς του νησιού άνοιγε την πόρτα, μ’ ένα κλειδί που έβγαζε απ’ τον κόρφο της κι άφηνε να περάσεις πρώτος. Ονομάτιζε τους αγίους στις κόγχες της εκκλησιάς, κατηγορούσε όσους βεβήλωσαν τις αγιογραφίες. Κατά τη μυθιστορία, την έφερε απ’ άλλη πλευρά της θάλασσας η κακία του κόσμου των Μεγάλων. Νομίζει ότι είναι η δική σου γιαγιά· γιατί όλοι οι πρόσφυγες μοιάζουν.
Τα καραβάκια πλέουν παράλληλα απ’ τον καφενέ του Κανέλου, εδώ στο λιμάνι του Αϊβαλιού. Πάνω από έναν αιώνα ο καφενές έχει το ίδιο όνομα κι ας άλλαξε αφεντικά και χρήστες. Στα πόδια σου η πέτρα παλιώνει. Ερχεται ο χρόνος κι αφήνει τα σημάδια του. Εκτός κι αν τα δημιουργήσεις, εσύ ο θνητός τού σήμερα, που φέρεσαι σαν αιώνιος. Αλλά όχι άφθαρτος. Η ιστορία θα κρατήσει αυτά που ξέρει, καταπώς ξέρει χρόνους και χρόνους. Θα μας τα θυμίζει κάθε φορά που επιστρέφουμε στην πατρογονική γη.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
