ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πραγματικά περίεργο έως καταφανώς αταίριαστο πρόγραμμα διάλεξε να παρουσιάσει η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ (ΕΣΟΕΡΤ) υπό τον Αναστάσιο Συμεωνίδη στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών ως συμμετοχή της στον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Μουσικής (21/6/2019). Η συναυλία στο κατάμεστο ρωμαϊκό ωδείο στους πρόποδες της Ακρόπολης περιλάμβανε ως βασικά έργα δύο συνθέσεις εκ των οποίων η μια δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλη για το ευρύ ακροατήριο που έσπευσε να παρακολουθήσει τη δωρεάν εκδήλωση, η δε άλλη κάθε άλλο παρά ήταν αντιπροσωπευτική της δημιουργίας του συνθέτη. Σε κάθε περίπτωση η συναυλία ξεσήκωσε τον ενθουσιασμό του ακροατηρίου.

Η βραδιά ξεκίνησε με τη συμφωνική εισαγωγή «Εβρίδες / Η σπηλιά του Φίνγκαλ» του Μέντελσον, κομμάτι που εμπνεύστηκε ο συνθέτης κατά το ταξίδι του στα φερώνυμα νησιά στη δυτική ακτή της Σκοτίας. Μουσικό αντίστοιχο ομώνυμου πίνακα του Τέρνερ της ίδιας ακριβώς χρονιάς (1832), η εισαγωγή παίχτηκε στρωτά και με ακρίβεια, συνοδευόμενη από τον ατμοσφαιρικό αντίλαλο του τιτιβίσματος σμήνους χελιδονιών που πετούσαν στον ακόμη μισοφωτισμένο καλοκαιρινό ουρανό. Ακολούθησε αμέσως το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2» του Προκόφιεφ με σολίστα τον Βασίλη Βαρβαρέσο.

Εργο με περιπετειώδη ιστορία –γράφτηκε προπολεμικά, χάθηκε και ο συνθέτης το ξανάγραψε αφού είχε ήδη συνθέσει το ανυπέρβλητης δημοφιλίας «3ο», προς το οποίο έχει εμφανείς ομοιότητες– το συγκεκριμένο κοντσέρτο είναι αντιπροσωπευτικό της «άγριας», μεσοπολεμικής δημιουργικής φάσης του Προκόφιεφ: διαθέτει έντονα κατατετμημένη γραφή που λειτουργεί με τη λογική των παραλλαγών, πάλλεται από ανήσυχους επιθετικούς καλπασματικούς ρυθμούς που εναλλάσσονται προς εκτενείς, ρέουσες μελαγχολικές μελωδίες, έχει τεράστιες καντέντσες άγρια δεξιοτεχνικής γραφής.

Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ – Ηρώδειο

Ολ’ αυτά αποτέλεσαν ιδανικές ευκαιρίες για να επιδοθεί ο ταλαντούχος Ελληνας πιανίστας σε εξωστρεφείς επιδείξεις αθλητικής πιανιστικής δεξιοτεχνίας, με λαμπερό, ρωμαλέο, στιβαρό ήχο. Στην επικίνδυνη αυτή διαδρομή η ΕΣΟΕΡΤ υπό τον Συμεωνίδη τον συνόδεψε με εγρήγορση, δίχως μείζονα ατυχήματα, ωστόσο και δίχως το αντίστοιχα υψηλό επίπεδο αθλητικής ενέργειας, με αποτέλεσμα ένα αισθητό έλλειμμα συνοχής στην εκτέλεση συνολικά. Μετά το τέλος του κοντσέρτου, εισπράττοντας σε απόλυτη αγαλλίαση το ενθουσιώδες χειροκρότημα του κοινού, ο Βαρβαρέσος πρόσφερε εκτός προγράμματος τον «Αυτοσχεδιασμό/Φαντασία», έργο 66 του Σοπέν.

Το δεύτερο μισό της συναυλίας κάλυψε εξ ολοκλήρου η παρουσίαση της μουσικής μπαλέτου «Η θάλασσα» του Νίκου Σκαλκώτα. Γραμμένη το 1949, κατά τον τελευταίο χρόνο της ζωής του συνθέτη, η 11μερής αρθρωτή παρτιτούρα με τους περιγραφικούς τίτλους είναι μουσική προοριζόμενη για μπαλέτο γραμμένη κατά παραγγελία, ένθεν συγκαταλέγεται σε αυτές που ο παραγκωνισμένος δημιουργός έγραφε για βιοπορισμό. Ως «λαϊκό» μπαλέτο, λοιπόν, «Η θάλασσα» έχει γραφή συνειδητά ανεπιτήδευτη και άμεσης απήχησης, βασισμένη σε απλά μελωδικά και ρυθμικά στερεότυπα.

Ωστόσο, από πίσω εύκολα κανείς διακρίνει το στίγμα της αρμονικά ψαγμένης μουσικής των «Ελληνικών χορών», όσο και την παλίμψηστη νοσταλγία της εποχής για το φθίνον απόθεμα του παραδοσιακού πολιτισμού. Στα σημερινά αυτιά θυμίζει λίγο απλοϊκό soundtrack για φυσιολατρικό ντοκιμαντέρ ή για παραμυθένια παιδική ταινία της δεκαετίας του 1950. Εκτός εάν παιχτεί τέλεια, δηλαδή με ρευστή μελωδικότητα, τελειοθηρικά φροντισμένες λεπτομέρειες και ανάλαφρη, ελαστική απόδοση του ρυθμικού/χορευτικού στοιχείου, ελάχιστα κατορθώνει να κινήσει –πόσο μάλλον να κρατήσει!– το ενδιαφέρον ενός φιλόμουσου.

Και είναι αν μη τι άλλο άστοχο που αυτή η ειδικά η παρτιτούρα, ειδικά από τότε που ηχογραφήθηκε θαυμάσια από την Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τον Μίλτο Λογιάδη, έχει καταλήξει –προφανώς λόγω της «ευκολίας» της– να παίζεται τόσο συχνά ως φόρος τιμής ή ως αντιπροσωπευτική της δημιουργίας του Σκαλκώτα… Δυστυχώς, παρά την απλή δομή, τη συχνά ομοφωνική γραφή και τη σκόπιμα ευανάγνωστη μελωδικορυθμική οργάνωση της παρτιτούρας, η ερμηνεία της ΕΣΟΕΡΤ υπό τον Αναστάσιο Συμεωνίδη ήχησε συχνά ασυντόνιστη κυρίως στα έγχορδα, γεγονός που κατέστρεψε τη διαφάνεια του συνολικού ήχου και υπονόμευσε τη λειτουργία της ενορχήστρωσης, κάνοντάς την ηχεί βαριά και λασπερή.

Προς το τέλος, χαριστική βολή στο όλον στάθηκαν τα τονικώς προσεγγιστικά σόλι της βιόλας και του τσέλου στον «Χορό της γοργόνας». Κατά τα άλλα αυτή ήταν μια συναυλία αφιερωμένη στην Παγκόσμια Μέρα Μουσικής και στο πλατύ φιλόμουσο κοινό…