ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αντα Ψαρρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδας, ύστερα από τρία χρόνια επίπονης δουλειάς των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών για την κατάρτιση των Ποινικών Κωδίκων στις οποίες και συμμετείχαν πολλοί εισαγγελείς, αποφάσισε, μετά τη διαδικασία της διαβούλευσης και την ολοκλήρωση των αλλαγών και, κυρίως, μετά την αποχώρηση της Ν.Δ. και του ΚΙΝ.ΑΛΛ. από τη συζήτηση στη Βουλή για την ψήφισή τους, να ζητήσει επιτακτικά την απόσυρσή τους.

Το επιχείρημα της Ενωσης είναι ότι δεν εισακούστηκαν οι δικές της προτάσεις για κάποιες επιβαλλόμενες αλλαγές. Ομως, από αυτό μέχρι την απαίτηση απόσυρσης των κωδίκων υπάρχει όχι μόνο μεγάλη απόσταση, αλλά και επί της ουσίας περιφρόνηση ενός δύσκολου και επίπονου εγχειρήματος καθηγητών, νομικών και δικαστικών λειτουργών.

Η Ελλάδα με τους περισσότερους ισοβίτες της Ε.Ε., με δυσανάλογες σε σύγκριση με την Ε.Ε. ποινές, με συγκριτικά χαμηλότερα ποσοστά εγκληματικότητας και με έναν αναχρονιστικό κώδικα του ‘50, καλείται από την Ενωση Εισαγγελέων να παραμείνει σε… προηγούμενο αιώνα, με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό και για την ταχύτερη απόδοση δικαιοσύνης.

Κινδυνεύει να παραταθεί η ισχύς ενός κώδικα για τον οποίο και ευρωπαϊκοί θεσμοί ζήτησαν ανανέωση και εκσυγχρονισμό. Η χθεσινή ανακοίνωση προκαλεί, αδικαιολόγητα, τρόμο στους πολίτες. Απέναντι στις παρατηρήσεις της Ενωσης Εισαγγελέων βρίσκονται οι απαντήσεις της αιτιολογικής έκθεσης που συνέταξε η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή.

Ενωση Εισαγγελέων: «Η μετάπτωση υψηλής κοινωνικής απαξίας κακουργημάτων σε πλημμελήματα (π.χ. διακεκριμένες κλοπές κατ’ επάγγελμα τελούμενες από συμμορίες, διακεκριμένες απάτες ή πλαστογραφίες κατ’ επάγγελμα με αντικείμενο της περιουσιακής βλάβης από 30.000-120.000 ευρώ), αλλά και η περαιτέρω μείωση των ορίων ποινών με ταυτόχρονη χαλάρωση των προϋποθέσεων υφ’ όρον απόλυσης, θα επιφέρει παραγραφές και μαζικές αποφυλακίσεις σε πληθώρα υποθέσεων, με τον κίνδυνο διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας αλλά και καλλιέργειας ευλόγου αισθήματος ατιμωρησίας στα θύματα εγκληματικών πράξεων».

Νομοπαρασκευαστική: «Εφόσον βάση σύνταξης του νέου Κώδικα αποτελούσε ο ισχύων Ποινικός Κώδικας, το έργο της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που διαμόρφωσε το τελικό Σχέδιο ήταν σαφώς οριοθετημένο. Ηταν κατ’ αρχήν ο εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός του συστήματος ποινικών κυρώσεων, η “ανακαίνιση” διατάξεων του Ειδικού Μέρους που με την πάροδο του χρόνου έχουν χάσει τη σημασία και τη ρυθμιστική τους εμβέλεια και η αντιμετώπιση ζητημάτων που επηρεάζονται από την αληθώς επαναστατική τεχνολογική πρόοδο και τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές σε εθνικό και οικουμενικό επίπεδο. Τα εγκλήματα που τελούνται στο Διαδίκτυο, το διασυνοριακό οργανωμένο έγκλημα, οι νεοφανείς μορφές εγκλημάτων ασύμμετρης βίας, επέβαλαν τη νομοθετική αλλαγή. Εξάλλου, η ανάγκη τήρησης της αρχής της αναλογικότητας (εγκλήματος και ποινής) που παραβιάστηκε, είτε με ειδικούς νόμους είτε με τροποποιήσεις του Π.Κ., επέβαλαν να διατηρηθεί, στο μέτρο του δυνατού, το δικαιοκρατικό και ανθρωποκεντρικό πνεύμα, αλλά και η συστηματική δομή του Π.Κ., επάνω στην οποία στηρίχθηκε η νομολογιακή και θεωρητική επεξεργασία του Ποινικού Δικαίου.

■ Στις κύριες ποινές (στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές) προστίθεται η προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Τα όρια των στερητικών της ελευθερίας ποινών παραμένουν τα ίδια για τη φυλάκιση, αλλά μειώνεται το ανώτατο όριο πρόσκαιρης κάθειρξης σε δεκαπέντε έτη. Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται, εναλλακτικά με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, μόνο για τα εγκλήματα που προσβάλλουν τα σημαντικότερα έννομα αγαθά για τα οποία προσήκει η αυστηρότατη τιμωρία, όπως είναι η εσχάτη προδοσία, η επιβουλή της ακεραιότητας της χώρας και η ανθρωποκτονία με πρόθεση ή όταν προκαλείται θάνατος πολλών ανθρώπων, ως αποτέλεσμα άλλης αξιόποινης πράξης. Η χρηματική ποινή, για λόγους αναλογικότητας, αλλά και κοινωνικής δικαιοσύνης αφενός προσδιορίζεται από το δικαστήριο, εντός του πλαισίου που ορίζει ο Κώδικας, με ιδιαίτερη εκτίμηση της οικονομικής δυνατότητας του καταδικαζόμενου και των μελών της οικογενείας του, αφετέρου εκτίεται με ανάλογο πνεύμα, αφού προβλέπεται η καταβολή της χρηματικής ποινής με δόσεις, που μπορούν να κλιμακωθούν έως πέντε έτη.

■ Εκσυγχρονίζεται ο θεσμός της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, καθώς έχει αποδειχθεί ότι όχι μόνο για τους πρωτόπειρους εγκληματίες, αλλά ακόμη και για ανθρώπους που έχουν καταδικασθεί στο παρελθόν, η απειλή εκτέλεσης μιας σχετικά μικρής ποινής φυλάκισης, συνοδευόμενη από εναλλακτικά της ποινής μέτρα -στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η κοινωφελής εργασία- είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την ίδια την έκτισή της στη φυλακή. Η μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική καταργείται, διότι δεν είχε κανένα νομιμοποιητικό θεμέλιο και αγνοείται από όλες τις σύγχρονες νομοθεσίες. Προβλέπεται η ολική ή μερική μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας. Αναβαθμίζεται ο θεσμός της επιμέτρησης της ποινής, ώστε η ποινή, ενώ παραμένει «κολασμός», δηλαδή έννομη αποδοκιμασία του δράστη ενός εγκλήματος, βελτιώνεται ως μέσο που δεν αποξενώνει οριστικά τον καταδικαζόμενο από το κοινωνικό περιβάλλον, αλλά προετοιμάζει, στο μέτρο και της προσωπικής του συμβολής, την ομαλή και αμφιμερώς ωφέλιμη επανένταξη σ’ αυτό.

■ Διαγράφονται άρθρα που αποδίδουν κατά βάση την ιδεολογική τοποθέτηση του Ελληνα νομοθέτη έναντι συγκεκριμένων τρόπων συμπεριφοράς. Ορίζονται οι κατηγορίες των αξιόποινων πράξεων, οι οποίες περιορίζονται μόνο σε δύο: κακουργήματα και πλημμελήματα.

Ορίζεται αρχικά ότι, με την επιμέτρηση της ποινής, καθορίζεται από τον δικαστή η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι’ αυτή, ενώ διευκρινίζεται ακόμη ότι το δικαστήριο δεν οφείλει απλώς να σταθμίσει τα στοιχεία του εγκλήματος που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, αλλά πρέπει επιπλέον να συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.

Ενωση Εισαγγελέων: «Εξάλλου, η περιστολή της έννοιας του υπαλλήλου στο άρθρο 263Α Π.Κ., σε συνδυασμό με την κατάργηση του Ν. 1608/50 και την υποβάθμιση σε πλημμέλημα της ενεργητικής δωροδοκίας, θα οδηγήσουν σε παραγραφή εκκρεμείς υποθέσεις διαφθοράς μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος και θα κλονίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στο ότι οι εκάστοτε διαβεβαιώσεις προθέσεων για την πάταξη της διαφθοράς ή διαπλοκής είναι ειλικρινείς».

Νομοπαρασκευαστική: Τυποποιείται το κλασικό σχήμα δωροληψίας για πράξη του υπαλλήλου, η οποία σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς όμως να αντίκειται προς αυτά. Εδώ εμπίπτουν οι κάθε είδους παράνομες αμοιβές, εξυπηρετήσεις ή όποια άλλα ανταλλάγματα τυχόν αξιώσει ή αποδεχθεί ένας υπάλληλος προκειμένου να ενεργήσει υπέρ του δότη ή άλλου προσώπου, κατά τρόπο που δεν αντιβαίνει κατά τα λοιπά (εκτός δηλ. από το ότι δεν θα έπρεπε να λάβει ανταμοιβή) στα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Το όποιο τέτοιο ωφέλημα θα πρέπει επιπλέον να είναι σε θέση, είτε αντικειμενικά είτε υποκειμενικά (αν πρόκειται για αντικείμενο που έχει αξία μόνον για τον συγκεκριμένο δράστη) να επηρεάσει τη βούληση αυτού να ενεργήσει. Με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, τιμωρείται βαρύτερα η πράξη του υπαλλήλου, όταν τελείται κατ’ επάγγελμα. Με τη διατύπωση «σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του» καταλαμβάνονται και πράξεις που δεν ανάγονται στον στενό κύκλο των ανατεθειμένων στον υπάλληλο αρμοδιοτήτων, αλλά αυτός μπορεί να διαπράξει επ’ ευκαιρία της εκτελέσεως των καθηκόντων του ή επωφελούμενος από τη θέση που κατέχει.

■ Θεωρείται, αντιθέτως, ότι η πρόθεση εκτροπής της υπηρεσιακής λειτουργίας προς αποτέλεσμα διαφορετικό από αυτό στο οποίο θα οδηγούσαν οι δέουσες υπηρεσιακά ενέργειες, συνιστά σημαντικά σοβαρότερη βλάβη του εννόμου αγαθού της σύννομης εκτέλεσης της δημόσιας υπηρεσίας και γι’ αυτό τιμωρείται βαρύτερα.

■ Διατηρείται η σημερινή διατύπωση της διάταξης, η οποία είναι σε πλήρη συμφωνία με την ποινικού δικαίου σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διαφθορά, από την οποία και υπαγορεύθηκε η εισαγωγή της στο ελληνικό ποινικό δίκαιο. Η διατύπωση της διάταξης ακολουθεί κατά βάση αυτήν του άρθρου 12 της Σύμβασης.

■ Το ισχύον άρθρο 263Α καταργείται. Το άρθρο αυτό προσετέθη στον Π.Κ. με το Ν.Δ. 1234/1972 υπό το τότε δικτατορικό καθεστώς της κρατικά ελεγχόμενης οικονομίας. Ακολούθως, διευρύνθηκε με τον Ν. 1738/1987 για να συμπεριλάβει τον διευρυμένο τότε «δημόσιο» τομέα. Υπό τις σημερινές συνθήκες, που χαρακτηρίζονται από τον ουσιώδη περιορισμό του δημόσιου τομέα και την πλήρη απελευθέρωση πρώην μονοπωλιακών τομέων της αγοράς (τηλεπικοινωνίες, τραπεζικές υπηρεσίες κ.λπ.), η διάταξη αυτή στερείται δικαιολογίας και, επιπλέον, παρεμποδίζει την εύρυθμη λειτουργία ζωτικών τομέων της οικονομίας. Αλλωστε, η ποινικοποίηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα καλύπτει διαχρονικώς σε ικανό βαθμό το τιμωρητικό «κενό» που επιδίωξε να καλύψει το ισχύον άρθρο 263Α.

Η προτεινόμενη διάταξη είναι σημαντικά αυστηρότερη από την ισχύουσα, καθώς προβλέπει ότι σε κάθε περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης για τα εγκλήματα των άρθρων (χρηματισμό, δωροδοκία κ.λπ.), ανεξαρτήτως του ύψους της επιβληθείσας ποινής, επέρχεται αυτοδικαίως έκπτωση από τη δημόσια θέση και τα αξιώματα που κατέχει ο υπαίτιος. Προβλέπεται ακόμη ότι η δήμευση είναι σε κάθε περίπτωση υποχρεωτική σε όλα τα ανάλογα εγκλήματα, καθώς και εφόσον έχουν προσπορίσει στους υπαιτίους περιουσιακά οφέλη.

Αντιδράσεις για τον βιασμό

Αντιρρήσεις, όμως, εκφράζονται και από την αντίθετη πλευρά όσων αντέδρασαν με ορισμένες διατυπώσεις που ναι μεν κατά ένα μέρος έγιναν δεκτές, πλην όμως όχι στο σύνολό τους και πάντως όχι με τον τρόπο που ζητήθηκε.

Για παράδειγμα, το άρθρο για τον βιασμό για τον οποίο το φεμινιστικό κίνημα και διεθνείς οργανώσεις έχουν ζητήσει να τροποποιηθεί με άξονα τη συναίνεση. Ωστόσο, στις προτάσεις του νέου Ποινικού Κώδικα εισήχθη μόνο μία όψη του ζητήματος αυτής της κλιμάκωσης της απειλής.

Αγνοήθηκαν, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, τα σημεία που τέθηκαν στη δημόσια διαβούλευση και από το γυναικείο κίνημα, που καταγγέλλουν ότι το άρθρο παραβαίνει τις τυπικές δεσμεύσεις (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), αλλά και τις ουσιαστικές πολιτικές υποχρεώσεις της κυβέρνησης.