Η κινεζική ευχή ή κατάρα (;) «σου εύχομαι να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς» μπορεί να μη φαίνεται ότι ταιριάζει σε αυτά που ζούμε, αλλά ίσως να πιάσει τόπο σε αυτά που έρχονται. Η πρωτοβουλία αυτής της πολιτικής τοποθέτησης λίγο από πριν τις εθνικές εκλογές έχει την έννοια της επισήμανσης των σημαντικών διακυβευμάτων που κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να συνιστούν την ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης σε τοπικό, εθνικό ή και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το ζοφερό μέλλον που μας επιφυλάσσουν οι παγκόσμιοι εξουσιαστές με τους κατά τόπους «πολιτικούς» επιτηρητές τους δεν αποτελεί παρά μια χρονομετάβαση 150 χρόνων πίσω στην απαίσια μούχλα της βαρβαρότητας που χαρακτήριζε την ακμή της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης και της επικράτησης του καπιταλισμού. Επαναφέροντας στο προσκήνιο (ψευτο-) επιστημονικά, οικονομικά επιχειρήματα μιας άλλης εποχής επιβάλλουν την κατ’ ουσίαν επαναφορά των σχέσεων εργασίας και παραγωγής, των όρων κατανομής του πλούτου και της προσφοράς των κοινωνικών αγαθών πίσω στα μέσα του 19ου αιώνα.
Στο όνομα μιας οικονομικής μεγέθυνσης (που την ταυτίζουν σκοπίμως με την προοπτική της ανάπτυξης), όπου οι δημιουργοί του πλούτου –εργατική τάξη, επαγγελματίες, μικρομεσαίοι παραγωγοί– δραστηριοποιούμενοι σε όλους τους τομείς(πρωτογενή, δευτερογενή, υπηρεσίες θα διεκδικούν την επιβίωση τους και μια μικρή μειοψηφία θα συγκεντρώνει τον πλούτο για λογαριασμό της, ενώ η Κοινωνία θα αποσυντίθεται μετατρεπόμενη σε μάζα πληβείων και προλετάριων.
Μια εφιαλτική προοπτική που αποδέχτηκαν έμπρακτα όσοι διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται την εξουσία είτε ήταν ταγμένοι ιδεολογικοπολιτικά ως πολιτικοί εκφραστές είτε γιατί συντάχθηκαν στην πράξη σε αυτήν την πορεία. Κυβερνήσεις «πεφωτισμένων» (νεο)φιλελευθέρων, σοσιαλδημοκρατών αλλά ακόμη και πρεσβευτές της Αριστεράς, συνεπικουρούμενοι από κάθε λογής συμπαρομαρτούντες, ακύρωσαν τη συλλογική ευθύνη τους στο όνομα της ατομικής και αντικειμενικά προώθησαν τα συμφέροντά της μειοψηφίας του πλούτου. Αμέλησαν τα κοινωνικά δικαιώματα και την κοινωνική απελευθέρωση, βρίσκοντας καταφύγιο στις εμμονές των ατομικών δικαιωμάτων αντί του κοινωνικού συμφέροντος. Αποδέχτηκαν στην πράξη τον έλεγχο μέσω του χρέους και τον οικονομικό ζουρλομανδύα των παράλογων πλεονασμάτων, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνέχιση της κερδοφορίας των κερδοσκόπων ραντιέρηδων.
Επαναφέρουν τώρα ως νέα πολιτική το ξαναζεσταμένο φαΐ της δεκαετίας του ’80, όταν οι κυβερνήσεις της Θάτσερ και του Ρίγκαν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη συστημική κρίση της εποχής, επέβαλλαν ιδιωτικοποιήσεις, μείωση των κοινωνικών παροχών, φορολογικά κ.ά. κίνητρα για το συγκεντροποιημένο κεφάλαιο και τα μεγάλα εισοδήματα. Μια πολιτική που λησμονεί τη σημασία ακόμη και αυτών των «κατακτήσεων» της προοδευτικής, αστικής διανόησης – των κοινωνικών αγαθών, των δημοσίων επενδύσεων, της υποστήριξης των μικρών και μικρομεσαίων παραγωγών. Μιας πολιτικής που εφαρμοζόμενη στις σημερινές συνθήκες επιφυλάσσει ακόμη πιο βίαιες κοινωνικές αναταράξεις, αλλά και επεκτατικές επιδιώξεις παντός είδους, απειλώντας και την παγκόσμια ειρήνη.
Στην αστική πραγματικότητα ο πλούτος παράγεται και μεγιστοποιείται από την υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, τη συγκέντρωση κεφαλαίου, τη συγκεντροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας με την εξαφάνιση των μικρομεσαίων επιχειρηματιών, την αρπαγή πλουτοπαραγωγικών πόρων, την ασύλληπτη μεγιστοποίηση της κινητικότητας (και της κερδοφορίας) των χρηματοπιστωτικών κεφαλαίων… Ισως για τους πολλούς αυτή η διαπίστωση δεν προσθέτει κάτι στην καθημερινότητά τους.
Ομως μήπως δεν είναι εύκολα κατανοητό ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική συνταγή παράγει αποτελέσματα στον μερισμό του πλούτου; Τα ποσοστά μερισμού ποικίλλουν από χώρα σε χώρα, αλλά η ουσία είναι αυτή: στις δεκαετίες ’90,’00, ’10, οι πλούσιοι, δηλ. το 0,7% του πληθυσμού, έφτασε να ελέγχει το 45 με 47 % του πλούτου και περίπου το 8% του πληθυσμού το ’85 με 87% του πλούτου. Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι πολιτικοί εκφραστές του 8%, στο όνομα της δημιουργίας πλούτου και της υποτιθέμενης ανάπτυξης, στοχεύουν στην περαιτέρω πολιτική παγίδευση των διαρκώς μειούμενων μικρομεσαίων εισοδημάτων για να αποκτούν εκλογικές πλειοψηφίες.
Σήμερα ο νεοφιλελευθερισμός για να προσαρμοστεί στο περίπλοκο οικονομικό, πολιτικό περιβάλλον που δημιούργησε η αντίθεση με τις αναδυόμενες δυνάμεις εξ Ανατολών, η οικονομική κρίση, η αβέβαιη, χαμηλή οικονομική ανάπτυξη, η προσφυγική κρίση, αποτέλεσμα της νεοϊμπεριαλιστικής επιθετικής γεωστρατηγικής «εκσυγχρονίζεται» με νέα χρονομετάβαση.
Από τις δεκαετίες 1920 – 1930 χρησιμοποιεί το «κρυφό χαρτί» της υπερχρέωσης κρατών και πολιτών για να εναλλάσσει την κατ’ ευφημισμόν ελευθερία της αγοράς με την κρατικομονοπωλιακή εναλλακτική. Μαζί με αυτό, επαναφέρει και το στήριγμα του φασισμού. Σαν απειλή μέσω κομμάτων νοσταλγών που συμμετέχουν σε κυβερνήσεις, αλλά και με υιοθέτηση ιδεολογημάτων και πολιτικής πρακτικής που ελάχιστα απέχουν από αυτά που κατέγραψε η Ιστορία και βίωσε με τραγωδίες η Ανθρωπότητα.
Το παιχνίδι του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτισμού στήνεται με πρόθυμους ή υπάκουους πολιτικούς καριέρας ώστε να υλοποιούν τα κελεύσματα της οικονομικής ολιγαρχίας και της ιμπεριαλιστικής γεωστρατηγικής, με τη συνδρομή των συστημικών MME και των ελεγχόμενων social media, με στοχευμένες καμπάνιες παραπληροφόρησης τύπου Cambridge Analytics, και την πάντα πολύτιμη βοήθεια των θρησκευτικών δογμάτων. Επιτυγχάνουν να παγιδεύουν εκλογικά μεγάλη μερίδα της κοινωνίας με τους πολιτικούς εκφραστές τους. Αγκιστρώνουν με δολώματα του τύπου φοροαπαλλαγές και κίνητρα για επιχειρηματική ανάπτυξη (αποσιωπώντας ποιους αφορά), δημιουργία θέσεων εργασίας (χωρίς ιδιαίτερη μνεία στις σχέσεις και στους όρους εργασίας), εκσυγχρονισμό του κράτους και αποτελεσματική «ευέλικτη» (sic) δημόσια ασφάλιση υπονοώντας τη συνέχιση των πρακτικών της ιδιωτικοποίησης και της εμπορευματοποίησης των δημοσίων αγαθών, καθώς και άλλα «καθρεφτάκια» για τους ανύποπτους, παραπληροφορημένους ψηφοφόρους. Ετσι με μαγικό τρόπο ταυτίζεται εκλογικά το 8% με ένα μεγάλο μέρος τού 92% της κοινωνίας.
Επονται πράγματι ενδιαφέροντες καιροί. Ξεκινήσαμε κινέζικα. Θα κλείσουμε ή μάλλον θα ανοίξουμε για το άμεσο μέλλον με μια ελληνική σοφία. Δεν είναι ευχή ούτε κατάρα είναι απόσταγμα αιώνιων εμπειριών: μηδένα προ του τέλους μακάριζε. Και η Ιστορία δεν έχει τέλος, έχει ανοιχτές σελίδες που περιμένουν να γεμίσουν.
Απέναντι σ’ αυτή την αδιάλειπτη συνέχεια των βίαιων νεοφιλελεύθερων προσαρμογών, του δεσίματος της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας πισθάγκωνα στον βωμό των άνομων και αδιέξοδων επιδιώξεων των παγκοσμίων εξουσιαστών, είναι ευθύνη μας η γνώση και υποχρέωση η δράση. Υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας, την κοινωνία και τις επερχόμενες γενιές: να δράσουμε για να συμβεί. Να αλλάξει ο ρους της Ιστορίας με κατεύθυνση την ελευθερία ατομική και συλλογική, την ισότητα, την αδελφοσύνη, την κοινωνική απελευθέρωση.
*Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, πανεπιστημιακός – Δανιήλ Σπαρτιάτης, ασφαλιστικός πράκτορας, αντιστασιακός (1972–1974)
