Η «Νόρμα» του Bellini, σε συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την ομάδα Λα Φούρα ντελς Μπάους, έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών.
Μια παράσταση για την οποία διαβάσαμε και περιμέναμε πολλά, αλλά ίσως όχι… τόσα πολλά, όσα βρήκαμε τελικά στη σκηνή (και όχι μόνο) του Ηρωδείου.
Παρακολούθησα τη γενική πρόβα και οι εντυπώσεις είναι μάλλον ανάμεικτες. Η «Νόρμα» του Κάρλους Παντρίσα δεν ακολουθεί καμία… νόρμα και αυτό, όχι μόνο δεν είναι κακό, αντιθέτως είναι ζητούμενο, αν μας ενδιαφέρει πραγματικά να έχουμε ένα λυρικό θέατρο που θα μπορεί να αναπνέει στο εδώ και τώρα. Η όπερα του Bellini γράφτηκε το 1830 και η ομάδα Λα Φούρα ντελς Μπάους ανέβασε τον πήχη ψηλά στην προσπάθειά της να τη φέρει πιο κοντά στον αιώνα που διανύουμε. Ωστόσο φοβάμαι πως, παρά την πολύ ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα, το τελικό αποτέλεσμα είχε αρκετές αστοχίες.
Ανάμεσα σε αυτές η κυριότερη ήταν η προσπάθεια σύνδεσης του μύθου των δρυϊδών με τα τρομακτικά αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής. Σίγουρα το πνιγμένο στο πλαστικό σκηνικό, που έδινε την εντύπωση ενός ατέλειωτου σκουπιδότοπου, ήταν εντυπωσιακό από μόνο του, αλλά σε αυτό το «από μόνο του» έρχεται η πρώτη δυσκολία ανάγνωσης και πρόσληψης.
Αν δει κανείς το ζήτημα του σκηνικού από μια καθαρά εικαστική και βέβαια ακτιβιστική άποψη, πρόκειται για μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιδέα που όμως λειτουργεί απομονωμένη. Μοιάζει σαν να βαδίζει σε ένα παράλληλο σύμπαν, όπου δεν υπάρχει και πολύς χώρος για να αναπτυχθεί το περιεχόμενο του λιμπρέτου. Με άλλα λόγια, οι βιντεοπροβολές και η κίνηση εκτός σκηνής, στα διαζώματα και τις σκάλες, μπορεί να τραβούσαν τη ματιά του θεατή, αλλά ταυτόχρονα αποσυντόνιζαν και αποσπούσαν την προσοχή του.
Αναζητώντας μια σύνδεση ανάμεσα στην αφήγηση και τη δράση, στρέφομαι στον στίχο «Να εξαγνίσω τη γη που η παρουσία μου ρυπαίνει» που τραγουδά η ηρωίδα, αλλά και πάλι δυσκολεύομαι να ανακαλύψω τη Νόρμα πίσω από το μάλλον αμήχανα φορτωμένο περιβάλλον που την πλαισιώνει. Το πρώτο τέταρτο της παράστασης ήταν στ’ αλήθεια ελπιδοφόρο, όσο περνούσε όμως η ώρα καταλάβαινε κανείς ότι η σκηνοθεσία αρχίζει σιγά σιγά να εξαντλείται. Έμοιαζε με έναν αγώνα δρόμου, στον οποίο τα δίνει κανείς όλα στην εκκίνηση και τελικά δεν καταφέρνει να ανέβει στο βάθρο των νικητών.
Η ιδέα να αξιοποιηθεί κάθε σημείο του Ηρωδείου ακούγεται δελεαστική και σε έναν βαθμό υπήρξε επιτυχημένη, ειδικά κοντά στο φινάλε της παράστασης -με τα φτιαγμένα από σακούλες σκουπιδιών «λάβαρα» που κατέβαιναν από ψηλά, προμηνύοντας το ξέσπασμα του πολέμου. Ήταν μία από τις πιο εντυπωσιακές εικόνες και κατάφερε να συναρπάσει το ακροατήριο, ακριβώς επειδή ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με όσα συνέβαιναν πάνω στη σκηνή, αλλά και χάρη στην πρωτότυπη και άρτια εκτέλεσή της. Ήταν σίγουρα η στιγμή «δικαίωσης» του περίφημου «θεάτρου 360ο» για το οποίο μας είχε… προειδοποιήσει ο Κάρλους Παντρίσα.
Στα θετικά σημειώνουμε την παρουσία των δύο διάφανων δεξαμενών, που ήταν γεμάτες με νερό και μέσα τους βλέπαμε να «χορεύουν» τα παιδιά της ηρωίδας. Ήταν μια απόκοσμη εικόνα που δημιουργούσε μια αίσθηση κλειστοφοβική, απόλυτα συναφή με τον συμβολισμό της: τα παιδιά της Νόρμα ζουν προστατευμένα μέσα στη γυάλα τους, σαν να βρίσκονται ακόμα στη μήτρα, ενώ τα περιμένει ένα περιβάλλον μολυσμένο, εχθρικό, απολύτως ακατάλληλο για να ζήσουν μέσα του.
Όσον αφορά τα κοστούμια, που ήταν κατασκευασμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να φέρουν πάνω τους φωτεινά λαμπάκια, μπορεί να ξένισαν μια μερίδα του ακροατηρίου, αντιλαμβάνομαι ωστόσο την ατμόσφαιρα που προσέδιδαν, κυρίως στα χορωδιακά μέρη. Και πάλι η εικόνα από μόνη της υπήρξε ίσως λίγο παραπάνω «φουτουριστική», αξίζει όμως να σημειώσουμε ότι η χορωδία, όπως και η ορχήστρα, έκανε πολύ καλή δουλειά.
Φεύγοντας από το Ηρώδειο αναρωτιέμαι αν αυτή η παράσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιτυχημένη ή αποτυχημένη. Πιστεύω ότι η απάντηση κρύβεται κάπου στη μέση. Υπήρχαν καλές και αμήχανες στιγμές και μια αίσθηση «υπερφόρτωσης». Ένιωθες παντού μια αγωνία να ειπωθούν όλα, να απεικονιστούν όλα και τίποτε να μην «ξεφύγει», με αποτέλεσμα να βγει κάπως εξουθενωμένος ακόμη και ο θεατής του 21ου αιώνα, που σε έναν βαθμό είναι… εκπαιδευμένος σε αυτή τη multitasking συνθήκη.
Από την άλλη πλευρά δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει την προσπάθεια που γίνεται ώστε το λυρικό θέατρο να πάει ένα βήμα παραπέρα. Είναι ένας αγώνας αντοχής, όπως είπαμε, και έχουμε ακόμα πολλούς γύρους μέχρι τη γραμμή του τερματισμού. Σημασία άλλωστε δεν έχει (μόνο) η νίκη, αλλά η συμμετοχή και η Εθνική Λυρική Σκηνή έχει αποδείξει, χρόνια τώρα, ότι θέλει και μπορεί να είναι παρούσα σε αυτόν τον αγώνα εξέλιξης, που κρατάει την όπερα ζωντανή και όχι… βαλσαμωμένη.
