Σε κάθειρξη 15 ετών και 15 μηνών καταδικάστηκε από το δευτεροβάθμιο κακουργιοδικείο της Αθήνας μία 51χρονη γυναίκα, η οποία φέρεται να δολοφόνησε το σύζυγό της στο σπίτι τους στο Αιγάλεω, τον Ιούνιο 2012. Ήταν η ανώτατη ποινή που θα μπορούσε να της επιβληθεί, καθώς και στον πρώτο βαθμό είχε καταδικαστεί (20 χρόνια με αναστολή) για την ανθρωποκτονία του 44χρόνου συζύγου της, αλλά της είχε αναγνωριστεί ελαφρυντικό.
Το δικαστήριο της αναγνώρισε το ελαφρυντικό του σύννομου πρότερου βίου, ενώ απέρριψε το αίτημα της υπεράσπισης για αναγνώριση και του ελαφρυντικού της καλής διαγωγής μετά την πράξη.
Με το άκουσμα της απόφασης, η κατηγορούμενη ξέσπασε σε κλάματα, ενώ οι δύο γιοι της ήταν συνεχώς δίπλα της. Βγαίνοντας από το δικαστήριο, φώναξε ότι είναι αθώα και επιτέθηκε λεκτικά στη μητέρα του θύματος.
Σε δήλωσή του ο γιος της 51χρονης, μίλησε για λανθασμένη απόφαση της δικαιοσύνης. «Εμείς ήμασταν εκείνο το βράδυ στο σπίτι, ξέρουμε τι έχει γίνει και η μητέρα μας είναι αθώα» είπε χαρακτηριστικά.
Υπενθυμίζεται ότι ο 44χρονος σωματοφύλακας είχε πυροβοληθεί εν ψυχρώ στο κεφάλι την ώρα που κοιμόταν, ενώ η σύζυγός του αρνείται από την πρώτη στιγμή ότι ήταν εκείνη που πυροβόλησε.
Νωρίτερα σήμερα η εισαγγελέας στην αγόρευσή της είπε ότι η κατηγορούμενη είχε σχεδιάσει το έγκλημα, τρεις μήνες πριν την τέλεσή του. «Από τον Μάρτιο τον παρακολουθούσε. Σχεδίαζε την εξόντωσή του. Όπως κάθε δολοφόνος είχε σχεδιάσει τον τρόπο αλλά κυρίως το μέσο με το οποίο θα πετύχαινε το ανθρωποκτόνο αποτέλεσμα».
Ο 44χρονος ο οποίος είχε πάντα μαζί του το όπλο του, το μοιραίο βράδυ το είχε αφήσει στο προσκέφαλό του. Μετά τον φόνο βρέθηκε πεταμένο κάτω από έναν καναπέ.
Η εισαγγελέας της Έδρας τόνισε ακόμη στην αγόρευσή της ότι: «η κατηγορούμενη γνώριζε ότι μόνο την ώρα του ύπνου θα μπορούσε να φονεύσει τον σύζυγό της» ενώ τίποτα δεν δείχνει ότι μετάνιωσε στη συνέχεια για την πράξη της. «Από τη μετέπειτα συμπεριφορά της φάνηκε ότι είχε προσχεδιάσει το έγκλημα, και ήταν αμετανόητη. Κατηύθυνε τα περιστατικά με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσει αμφιβολίες στον περίγυρό της. Στους συγγενείς για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είχε αποκαλύψει ότι ο σύζυγός της δολοφονήθηκε από το δικό του όπλο».
Ωστόσο η κατηγορούμενη στην απολογία της υποστήριξε ότι είναι αθώα λέγοντας ότι δεν έχει βρεθεί δικό της DNA, ούτε ίχνη πυρίτιδας στα χέρια της.
Στο πλευρό της βρίσκονται πάντως από την πρώτη στιγμή τα δύο της παιδιά. Εκείνο το μοιραίο βράδυ ήταν και οι τρεις μέσα στο σπίτι.
Ο μικρός γιος της κατηγορουμένης είναι ο μόνος που άκουσε τον πυροβολισμό και είδε τον πατέρα του νεκρό, πάνω στο κρεβάτι μέσα σε μία λίμνη αίματος. Όπως ισχυρίζεται, το μοιραίο βράδυ κοιμόταν μαζί με τη μητέρα του και θεωρεί αδύνατο να σκότωσε εκείνη τον πατέρα τους.
