Ηταν 16-2-2018 όταν ένας Αλβανός μετανάστης, 54 ετών, αυτοκτόνησε στα κρατητήρια του Α.Τ. Κισσάμου Χανίων, καθώς δεν μπόρεσε να ανανεώσει την άδεια εργασίας που κατείχε ως αγρεργάτης και συνελήφθη (ποιος ξέρει για πόσες φορές ακόμη) ως παράνομα διαμένων στη χώρα έπειτα από πολλά χρόνια διαμονής.
Ηταν 29-6-2019 όταν μια 50χρονη Αρμένισσα αυτοκτόνησε επίσης πηδώντας από το παράθυρο του Νοσοκομείου, όπου εργαζόταν ως αποκλειστική νοσοκόμα, για να μην την ελέγξει η ασφάλεια του Νοσοκομείου και φωνάξει την Αστυνομία. Βρισκόταν στην Ελλάδα για 25 περίπου χρόνια, είχε επιστρέψει πρόσφατα, δεν είχε άδεια διαμονής και δεν μπορούσε να λάβει. Ηταν άνθρωποι χωρίς χαρτιά, που αυτοκτόνησαν για να μην απελαθούν ή να μη συλληφθούν και κρατηθούν σε κάποιο κελί έως ότου απελαθούν.
Στις 8-7-2019, ο έλεγχος της μετανάστευσης, των χαρτιών τους, πέρασε και επίσημα ξανά υπό την υψηλή εποπτεία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, της Αστυνομίας δηλαδή, που από το 1991, χωρίς κανένα σχεδόν δικαστικό έλεγχο, συλλαμβάνει, απαξιώνει, ντροπιάζει ζωές πολιτών που αντιμετωπίζονται ως δεύτερης κατηγορίας.
Προς το παρόν, η υπαγωγή είναι σημειολογική. Ομως οι εξαγγελίες πολιτικής δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Η λειτουργία κλειστών κέντρων πρώτης υποδοχής και φιλοξενίας, η εντατικοποίηση των ελέγχων των νομιμοποιητικών εγγράφων σε όλη τη χώρα και η επιστροφή των προσφύγων στις χώρες τους, όταν αυτή καταστεί εφικτή, μαρτυρούν σκλήρυνση μιας πολιτικής που ήδη δυστυχώς από το 2016 έχει διαφανεί, παρά τις επιμέρους αγαθές προσπάθειες.
Η επαναφορά των επαναπροωθήσεων (δηλαδή του διωγμού) ακόμη και των προσφύγων από τη χώρα, πριν να καταγραφούν καν τα αιτήματα ασύλου, που εφαρμόσθηκε τους τελευταίους μήνες αδιάκριτα σε μαζική κλίμακα στον Εβρο, ακόμη και σε βάρος αυτών που άξιζαν τη μεγαλύτερη δυνατή προστασία, αποτελεί έναν άλλο τρόπο άρνησης της ευθύνης παροχής προστασίας, όπως στην Ιταλία τού σήμερα, με την άρνηση εισόδου πλοίων με μετανάστες.
Η δε τραγική κατάσταση στα νησιά δεν οφείλεται σε μη ορθή διαχείριση των χρηματοδοτήσεων, αλλά σε περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή πολιτική που εφαρμόσθηκε από το 2016 για να αποτρέψει εισόδους νέων προσφύγων στη χώρα.
Δεν γνωρίζουμε αν η μετατροπή των άθλιων camps των νησιών, που εκτείνονται σε περιοχές γύρω από μικρά κέντρα υποδοχής, σε κλειστά κέντρα υποδοχής, είναι εφικτή, με τον υπερπληθυσμό που επικρατεί και τις αυξημένες ανάγκες των προσφύγων και των οικογενειών τους. Η διαμορφωμένη δε προβληματική κατάσταση στα νησιά, πολύ περισσότερο, αν τα υπάρχοντα κέντρα ή καταυλισμοί κλείσουν ερμητικά, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για επιβεβαίωση του ευσεβούς πόθου περί ολοκλήρωσης της διαδικασίας ασύλου εντός 6 εβδομάδων, για να διαχωρισθούν οι πρόσφυγες από τους μετανάστες.
Η επαγγελλόμενη δε επιστροφή προσφύγων στις χώρες τους, μόλις αυτή καταστεί εφικτή, αποτελεί μάλλον χάιδεμα στα αυτιά ακραίων, που θέλουν τους πρόσφυγες και μετανάστες ως προσωρινούς, πάντα υπό τον έλεγχο (και τον φόβο) της αστυνομίας, όχι υποκείμενα δικαιωμάτων. Δεν είδαμε τίποτε στο κυβερνητικό σχέδιο περί αναθεώρησης της πολιτικής της ιθαγένειας ούτε και περί αναθεώρησης της πολιτικής ένταξης, αλλά είναι πολύ πιθανό ότι οι ιδέες περί καθαρότητας του έθνους σύντομα θα επανέλθουν.
Ενα είναι τελικά όμως σίγουρο και η σημειολογία της δημιουργίας ενός υπερυπουργείου Ασφάλειας το επιβεβαιώνει. Τα κέντρα κράτησης, όπως η Αμυγδαλέζα, θα μεγαλώσουν και οι έλεγχοι θα διευρυνθούν και θα μαζικοποιηθούν, θυμίζοντας την εποχή του «Ξένιου Δία». Αναμένουμε να δούμε την κατάληξη ενός διοικητικού εγχειρήματος, που μόνο ως σύγχρονο, προοδευτικό και φιλελεύθερο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Η μετανάστευση του σήμερα αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της Ευρώπης, που δοκιμάζει τις αξίες της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, στο οποίο οικοδομήθηκε μεταπολεμικά. Ας μείνουμε σταθεροί στην υπεράσπισή τους.
*Πρώην γενικός γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής
