Η καίρια παρέμβαση του προέδρου της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, εφέτη Χρ. Σεβαστίδη, έθεσε πρακτικά και ουσιαστικά τέλος σε κάθε προσπάθεια σκόπιμης ή μη παρερμηνείας του νόμου που αφορά τις άδειες κρατουμένων.
Προηγήθηκε το απορριπτικό βούλευμα των πρωτοδικών σχετικά με την τακτική άδεια του κρατούμενου Δ. Κουφοντίνα και η άσκηση αναίρεσης του βουλεύματος από την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ ακολούθησε η ομόφωνη υιοθέτηση της εισήγησης της Ξένης Δημητρίου από το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου.
Στο μεταξύ, και μέσα σε κλίμα ανοίκειων επιθέσεων προς το πρόσωπο της Ξένης Δημητρίου, η μόνη ένωση που έπραξε το αυτονόητο υπερασπιζόμενη την πρόεδρο και την ανεξαρτησία του θεσμού ήταν η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδας.
Το χθεσινό άρθρο του Χρ. Σεβαστίδη στο περιοδικό «Δικαστής», παρά την κόσμια κριτική που ασκεί σε παλιότερες αποφάσεις της Ξένης Δημητρίου για πειθαρχικούς ελέγχους, μεταξύ άλλων αναφέρει:
«Με το υπ’ αριθμό 1001/2019 βούλευμά του ο Αρειος Πάγος έλυσε το νομικό θέμα που ανέκυψε και δέχτηκε το δικαίωμα άδειας από τις φυλακές και για τους πολυϊσοβίτες […] Ορθά δέχεται το βούλευμα ότι στην έννοια του σωφρονισμού δεν περιλαμβάνεται η ιδεολογική μεταστροφή του καταδικασθέντος.
»Εγώ θα συμπλήρωνα ότι δεν χρειάζεται ούτε η μεταμέλειά του για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Πρόκειται για στοιχείο που κρίθηκε κατά την επιμέτρηση της ποινής.
»Η επιβληθείσα ποινή εξαντλεί τις αξιώσεις της Πολιτείας, έχοντας προσμετρήσει το είδος των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν και την προσωπικότητα του δράστη. Τα Δικαστήρια δεν έχουν ρόλο πολιτικού – ιδεολογικού καθοδηγητή και δεν ζητούν δηλώσεις μετανοίας και αποκήρυξης ιδεών που αποκλίνουν από τις κρατούσες αντιλήψεις.
»Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποφυλάκιση του δικτάτορα Παττακού το 1990 ‘‘λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας’’ με την υποχρέωση να παρουσιάζεται ανά 15θήμερο στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του.
Οι όροι της άδειας
»Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε αμετανόητος υπεραμυνόμενος των εγκλημάτων της Χούντας. Δεν αμφισβητήθηκε τότε από κανέναν το δικαίωμα του εγκλείστου να αποφυλακιστεί για ανθρωπιστικούς λόγους και κανένας δεν ζήτησε από τον δικτάτορα να αποκηρύξει τις απόψεις του. Κυκλοφορούσε ελεύθερος ακόμα και γύρω από το Πολυτεχνείο, χωρίς να θεωρηθεί πρόκληση και ασέβεια στους νεκρούς του 1973! […]».
Σύμφωνα με τον κ. Σεβαστίδη, μόνο αν παραβιαστούν οι όροι της άδειας δημιουργείται κώλυμα.
«Εάν η συμπεριφορά του κατά τον χρόνο που βρισκόταν σε άδεια δημιουργεί βάσιμα υποψίες ότι ετοιμάζεται να τελέσει νέα εγκλήματα ή εκδηλώνει έμπρακτα την πρόθεσή του να μην επιστρέψει στο κατάστημα κράτησης. Η ιδεολογικοπολιτική και φιλοσοφική συζήτηση για τον ρόλο της βίας στην ιστορία είναι πολύ παλιά και δεν λύνεται με δικαστικές αποφάσεις […]
»Το να ζητείται από έναν κρατούμενο να αποκηρύξει τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις -όποιες κι αν είναι αυτές, όσο αποκρουστική κι αν είναι η ατομική βία σε επίπεδο ηθικό, όσο προβοκατόρικα και υπονομευτικά κι αν λειτουργεί σε επίπεδο διεκδίκησης κοινωνικών δικαιωμάτων- και να συμμορφωθεί με το αξιακό σύστημα που επικρατεί, θα οδηγούσε πολλές φορές είτε σε μια υποκριτική και κατ’ επίφαση δήλωση μετάνοιας, μη επαληθεύσιμη αφού εδράζεται αποκλειστικά στην ενδιάθετη βούληση του δηλούντος, είτε σε ρητή άρνηση συμμόρφωσης.
Πειθαρχικός έλεγχος
»Και στις δύο αντικειμενικά όμοιες περιπτώσεις οι θεωρητικές πιθανότητες ‘‘κινδύνου’’ για την κοινωνία είναι οι ίδιες. Στην πρώτη περίπτωση αμβλύνεται το υποκειμενικό αίσθημα φόβου, ενώ στη δεύτερη οξύνεται.
»Πρόκειται όμως για κριτήριο αρκετά επισφαλές και καθόλου χρήσιμο στην αξιολόγηση. Ιδια ή παρεμφερή διλήμματα αξιολόγησης της προσωπικότητας ενός κρατουμένου καλούνται συχνά να αντιμετωπίσουν δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί.
»Οδηγός στη λήψη απόφασης δεν μπορεί να είναι ούτε ο φόβος άσκησης πειθαρχικού ελέγχου ούτε η πιθανότητα αναίρεσης της απόφασης ή του βουλεύματος, αλλά μόνο το ελεύθερο φρόνημα και ο ορθός και απόλυτα τεκμηριωμένος νομικός συλλογισμός».
