Το παρόν δεν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι απολύτως μη συμπτωματική.
Θα μεταφέρω τη συζήτηση (ο Θεός να την κάνει) αυτούσια. Δεν τη φαντάστηκα, σίγουρα δεν την προκάλεσα και εντελώς σίγουρα την έφτασα, εγώ προσωπικά, στα όριά της… ίσως και λίγο παραπέρα. Για το τελευταίο, αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη. Για τίποτα άλλο όμως.
(Σκηνικό) Σε μικρό θέατρο, λίγο πριν από την έναρξη της παράστασης. Δεν υπάρχουν ξεχωριστά καθίσματα, αλλά συνεχόμενος επενδεδυμένος πάγκος. Κάθομαι στην άκρη. Δίπλα μου, μια κυρία, μικροκαμωμένη, με έναν επενδεδυμένο με ποστίς κότσο και μια βαριά μυρωδιά στην ανάσα της. Μιλάει στο κινητό. Εγώ, σοβαρή, με μια ελαφριά εσάνς φιλικότητας, ανοίγω το μπλοκάκι μου. Το βλέπει.
«Είστε εκπρόσωπος του Τύπου;»
«Από πού είστε;»
«Από την “Εφημερίδα των Συντακτών”. Τη γνωρίζετε;»
«Εχω σκοντάψει φορές πάνω της. Πώς λέγεστε;»
«Ν.Ρ. Εσείς;»
«Ετσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα».
Και πριν προλάβω να πω «χαίρω πολύ», με αρχίζει στις γρήγορες:
«Δεν με γνωρίζετε ε; Θα έπρεπε να με γνωρίζετε!»
«Πιθανώς. Εχουμε ξαναγνωριστεί; Δυστυχώς η μνήμη μου δεν με βοηθά».
«Θα έπρεπε να με ξέρεις! Είμαι η έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα, που κάνω εδώ και χρόνια το τάδε και το τάδε και έχω την τάδε θέση και θα έπρεπε να με γνωρίζεις, αλλά έτσι είστε εσείς οι νέοι. Οχι μόνο δεν ξέρετε, δεν κάθεστε και να μάθετε! Νομίζετε ότι όλα τα ξέρετε και τίποτα δεν καταλαβαίνετε από εμάς, που θα έπρεπε να μας ξέρετε, που έχουμε κάνει σημαντικά πράγματα, που έχουμε μεγάλη πορεία πίσω μας, κι εσύ δεν με αναγνωρίζεις καν!… Εμάς, που έχουμε τόσο βαρύνουσα θέση και τόσο βαρύνουσα άποψη, θα έπρεπε να μας ξέρεις!»
«Τι να σας πω; Βάλτε μου μηδέν στον έλεγχο, αλλά τουλάχιστον αφήστε με να ξαναδώσω το Σεπτέμβρη», λέω μπας κι αλαφρύνει η ατμόσφαιρα. Πέτυχα το εντελώς αντίθετο.
«Φυσικά και θα σου βάλω μηδέν! Μηδέν τεράστιο. Οχι μόνο γιατί δεν με ξέρεις, αλλά κυρίως για το ύφος σου!»
«Το ύφος μου;!!!»
«Δεν φτάνει που δεν με ξέρεις, έχεις και ύφος!»
Τότε το ‘νιωσα. Τα μαλλιά μου έγιναν τρίχρωμα, τα νύχια μου βάφτηκαν μαύρα, το ίδιο και τα χείλη μου, καρφιά ξεφύτρωσαν στο παλτό μου και αλυσίδες από το παντελόνι μου. Ετσι, ως θρασύτατο μέταλ πανκιό πλέον, της απάντησα: «Εχετε δίκιο. Το ύφος μου είναι έτσι, όχι όμως τόσο για τη βαρύνουσα άποψή σας, αλλά για τη βαρύνουσα ανάσα σας».
Ο Βικτόρ Ουγκό έγραψε τον «Ανθρωπο που γελά» μόλις δύο χρόνια πριν από την εξέγερση της Παρισινής Κομμούνας. Εκεί περιγράφει μια αλαζονική ανώτερη τάξη που επαίρεται και κομπάζει και γυρίζει το βλέμμα στην πλέμπα μόνον όταν την κάνει και γελά. Της φοράει, συνήθως με τη βία, μια μάσκα, για να μπορεί να την κοιτάζει. Αλλιώς, δεν στρέφει καν το βλέμμα. Δεν της δίνει καν υπόσταση ανθρώπινη, πόσο μάλλον ίση. Ο πρωταγωνιστής του έργου έχει υποστεί βίαιη μετάλλαξη στο πρόσωπό του, ώστε να φαίνεται πως συνέχεια γελά. Οχι τυχαία.
Ενάμιση αιώνα ακριβώς μετά, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Ο χαρακτήρας του Τζόκερ, που έγινε «κακός» για να μπορέσει να επιβιώσει σε ένα βρόμικο και απάνθρωπο Γκόθαμ Σίτι, είναι ο κινηματογραφικός απόγονος του ήρωα του Ουγκό. Στο σημερινό «Γκόθαμ», υπάρχουν οι κατέχοντες τον πλούτο, υπάρχουν και οι «αυθεντίες» του πνεύματος. Και οι δυο αναζητούν πλούτο και αναγνώριση. Ολο και περισσότερο πλούτο, όλο και περισσότερη αναγνώριση… Ολο και λιγότερα μα ισχυρότερα και κυρίαρχα «εγώ» απέναντι στους άλλους, τους χωρίς καν πρόσωπο.
Φόρεσα μια μάσκα για ν’ απαντήσω στη δικιά της. Το απόλαυσα αλλά δεν το φχαριστήθηκα… Ισως, αν δεν θέλω να συναντώ «Τζόκερ» γύρω μου, δεν πρέπει να γίνω ούτε εγώ ακόμα ένας.
