Τι συμβαίνει όταν μια σπαρταριστή οπερέτα του 1930 συναντάει τη «Μάντισσα» της Μαρίνας Σάττι και πώς να είναι άραγε η ζωή σε Παράδεισο και Κόλαση; Οι απαντήσεις δίνονται επί σκηνής, στην ήδη sold out παράσταση «Σατανερί», που «ανοίγει» το φετινό φεστιβάλ Ημέρες Μουσικού Θεάτρου, στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής.
Το έργο του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, καταχωνιασμένο (προφανώς αδίκως) στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας, αναβιώνει υπό την σκηνοθετική ματιά του πάντα πρωτότυπου Αλέξανδρου Ευκλείδη και του εξαιρετικού Δημήτρη Δημόπουλου, στην αυθεντική του ενορχήστρωση, με 18μελή ορχήστρα την οποία διευθύνει ο Χαράλαμπος Γωγιός που έκανε και την αποκατάσταση του μουσικού υλικού.
Η οπερέτα ήταν πάντα από τα αγαπημένα μου είδη του λυρικού θεάτρου, κυρίως γιατί μου έδινε την εντύπωση ότι, στα κατάλληλα χέρια, μπορεί να αναδείξει μία από τις σπανιότερες αρετές: το χιούμορ. Η «Σατανερί» επιβεβαιώνει ακριβώς το παραπάνω. Εκείνο που με κέρδισε περισσότερο στην παράσταση ήταν η ολιστική προσέγγιση, η προσοχή που δόθηκε και στην παραμικρή λεπτομέρεια. Είναι εκείνα τα… «μικροπράγματα» που δείχνουν το μεράκι και την ικανότητα να επικοινωνήσει ένας καλλιτέχνης το έργο του.
Έχοντας ένα δυνατό κείμενο, τόσο μουσικά όσο και από άποψη «σεναρίου», θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η προσπάθεια αναβίωσης και (επανα)χρωματισμού της ιστορίας του Σακελλαρίδη δεν είναι δα και τόσο αναγκαία. Αλλά όχι. Εδώ μιλάμε για την Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, όπου τα πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν συνεχώς ένα βήμα παραπέρα: η σκηνή αξιοποιείται στο έπακρο, κάθε τετραγωνικό εκατοστό βρίσκει τη δική του «θέση μάχης» μέσα στη δράση. Τα κοστούμια, όπως και το σκηνικό της Αλεξίας Θεοδωράκη, βρίθουν συμβολισμών και λειτουργούν επικουρικά στο πιο αξιοσημείωτο κομμάτι της παράστασης: την κίνηση.
Η «Σατανερί» είναι μια ξεκαρδιστική οπερέτα και σε αυτό συμβάλλει η ίδια η ερμηνεία από κάθε μέλος του θιάσου, κάθε πρόσωπο που πατάει σε… Κόλαση και Παράδεισο. Όλοι τους συμμετέχουν με τον τρόπο τους σε μια κινησιολογία συγκεκριμένης αισθητικής που κερδίζει αμέσως τον θεατή. Μέχρι και την ορχήστρα είδαμε να συμπράττει σε αυτό. Ήταν μάλιστα από τις κορυφαίες στιγμές της παράστασης να βλέπει κανείς τους μουσικούς να… σταυροκοπιούνται όρθιοι, όπως όριζε ο «κανονισμός» του Παραδείσου ή αργότερα να εμφανίζονται με στιλ… παραλίας, όπως επέβαλλε η διονυσιακή κατάσταση στο βασίλειο της Κολάσεως. Η ενσωμάτωση άψυχου υλικού και έμψυχου δυναμικού στη δράση αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση και στη «Σατανερί» το είδαμε να συμβαίνει με απόλυτη μαεστρία.
Η ιστορία του Αντρέα (Δημήτρης Ναλμπάντης), που είναι απογοητευμένος από την κατάντια στην οποία τον έχει ρίξει η τιμιότητά του, εξελίσσεται σε «χρόνια τρελά και χρόνια θλιμμένα», τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ο ίδιος, απελπισμένος, καλεί τον Σατανά (Μυρτώ Μποκολίνη) να τον πάρει για να… ησυχάσει και η ευχή του πραγματοποιείται. Ξαφνικά εμφανίζεται ένας… Σατανάς με τα όλα του, ένας τέλειος πειρασμός, και παίρνει τον ήρωά μας σε μια «ξενάγηση» σε Παράδεισο και Κόλαση, ώστε να δει με τα μάτια του την επουράνια ζωή, αλλά και εκείνη στα… καζάνια της Κολάσεως και να αποφασίσει ο ίδιος αν θα επιλέξει από εδώ και πέρα τον δρόμο της αρετής.
Στον Παράδεισο βλέπει την αιώνια ζωή να περνά με νηστεία και προσευχή και εδώ δίνεται η ευκαιρία στον Σακελλαρίδη να ασκήσει έντονη σάτιρα στη γραφειοκρατία, την υπαλληλική εικόνα του Δημοσίου και βέβαια στη ρουτίνα της ηθικής ζωής. Ο ήρωας εγκαταλείπει άρον άρον τον «τόπο αναψύξεως» μαζί με άλλους απηυδισμένους «κατάδικους» του παραδεισένιου κάτεργου. Στην Κόλαση οι ακόλουθοι του Σατανά –κάτι σαν τους Άγγελους του Τσάρλι- υποδέχονται τους νεοσύλλεκτους και τον άρχοντά τους με γηπεδικούς πανηγυρισμούς και συνθήματα που συνάδουν με το προεκλογικό κλίμα των ημερών: «Είσαι και θα είσαι ο Σατανάς!»
Ο Αντρέας επιλέγει τελικά να επισφραγίζει την πίστη του στον Σατανά κλέβοντας το ταμείο όπου εργάζεται και επιστέφει στη σκηνή νικητής, με αμφίεση ροκ σταρ (τα γυαλιά ηλίου είναι πια αναπόσπαστο κομμάτι της μεταμόρφωσής του σε «μεταπολεμικό τύπο»). Ο Σατανάς κερδίζει ακόμα έναν ακόλουθο και του υπενθυμίζει πως τρία είναι τα πράγματα εκείνα που χαρίζουν την ευτυχία: «Το χρήμα, το ψέμα και η αγάπη. Προπάντων η αγάπη».
Καλύτερες ατάκες (spoiler alert)
«Το καυστικό χιούμορ του Σακελλαρίδη δεν χαρίζεται ούτε σε θεούς ούτε σε δαίμονες!» σημειώνουν μεταξύ άλλων οι σκηνοθέτες Αλέξανδρος Ευκλείδης και Δημήτρης Δημόπουλος. Συνεπώς, έχουμε να κάνουμε με ένα κείμενο με ξεκαρδιστικές ατάκες, γεμάτες υπονοούμενα και σατιρική διάθεση. Παραθέτουμε ορισμένες, για να πάρετε μια γεύση… διαβολικού χιούμορ:
- Και που είναι η ουρά σου;
- Την έκοψα! Είμαι μοντέρνος…
- Και αν χρειαστεί να τη… χώσεις πουθενά;
- Θέλω να δοκιμάσω το μήλο της αμαρτίας…
- Και τι είμαι εγώ; Μηλιά;
- Τι να κλέψουν απ’ το Δημόσιο; Έχει μείνει και τίποτα πια;
- Η Αρετή είναι η… πεθερά της Θέλησης.
- Ο Σατανάς και ο Θεός υποστηρίζουν το ίδιο πράγμα: την αγάπη. Μπορεί να διαφωνούν στους τύπους, όμως και οι δύο θέλουν να σμίγουν οι άνθρωποι…
