Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις επόμενες δεκαετίες, οι κάτοικοι της Αθήνας θα αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερο θερμικό κίνδυνο για το σώμα τους και παράλληλα θα νιώθουν περισσότερη θερμική δυσφορία, ακόμη και τις νυχτερινές ώρες, ενώ σταδιακά εμφανίζονται ολοένα πιο πρόωρα και, ταυτόχρονα, αυξάνονται σε διάρκεια μέσα στο έτος οι μέρες και οι νύχτες που υπάρχει θερμικό στρες, όπως διαπιστώνεται σε νέα έρευνα επιστημόνων του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΙΕΠΒΑ) του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών(ΕΑΑ).

Ειδικότερα, η συχνότητα εμφάνισης έντονου θερμικού στρες («hot-extreme caution») είναι, πλέον, δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη σε σχέση με τις δεκαετίες προ του 1990, ενώ καταγράφεται και σταδιακή αύξηση της διάρκειας της περιόδου της θερμικής δυσφορίας, κλιμακωτά κατά τα τελευταία 50 χρόνια, σε σημείο που η χρονική περίοδος της θερμικής δυσφορίας, τις δύο τελευταίες δεκαετίες, είναι διπλάσια σε σχέση με την αντίστοιχη της δεκαετίας του 1970.

«Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και κατά τις νυχτερινές ώρες η συχνότητα εμφάνισης έντονης ή μέτριας θερμικής δυσφορίας έχει τριπλασιαστεί κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αυτό αυξάνει ακόμα περισσότερο τον θερμικό κίνδυνο, αφού κατά τις νυχτερινές ώρες ο ανθρώπινος οργανισμός δεν μπορεί εύκολα να “ανακάμψει” από το θερμικό στρες της ημέρας», σχολιάζει η Δήμητρα Φουντά, μέλος της επιστημονικής ομάδας που διεξήγαγε την έρευνα, στο ΑΠΕ, ενώ επισημαίνει πως «η έκθεση του πληθυσμού σε αυξημένο θερμικό κίνδυνο αποτελεί αυτή τη στιγμή μια από τις σημαντικότερες απειλές για την ανθρώπινη υγεία παγκοσμίως. Οι κάτοικοι των πόλεων είναι πιο ευπαθείς, λόγω της αθροιστικής επίδρασης του φαινομένου της Αστικής Θερμικής Νησίδας. Η παγκόσμια θέρμανση, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη αστικοποίηση, αλλά και τη “γήρανση” του πληθυσμού -ιδιαίτερα στις ευρωπαϊκές χώρες- εκτοξεύουν τον θερμικό κίνδυνο. Είναι σημαντικό να εκτιμήσουμε, να κατανοήσουμε και να επισημάνουμε τον κίνδυνο αυτό, προκειμένου να ληφθούν κατάλληλα μέτρα από την πολιτεία για τον μετριασμό και την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του κινδύνου».

Για τα τελικά αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας χρησιμοποιήθηκαν δύο βιοκλιματικοί δείκτες, ο Heat Index (HI) και ο Humidex (HD), οι οποίοι λαμβάνουν την επίδραση της θερμοκρασίας και της υγρασίας σε επίπεδα θερμικής άνεσης και δυσφορίας, στον ανθρώπινο οργανισμό. Η ερευνητική ομάδα που διεξήγαγε τη μελέτη αποτελείτο από τους: Γιώργος Καταβούτας, Δήμητρα Φουντά, Κώστας Β.Βαρώτσος και Χρήστος Γιαννακόπουλος.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος “ΘΕΣΠΙΑ 2” (Θεμελίωση Συνεργιστικών και ολοκληρωμένων μεθοδολογιών και εργαλείων παρακολούθησης, διαχείρισης και πρόγνωσης Περιβαλλοντικών παραμέτρων και πιέσεων»), που εντάσσεται στη «Δράση Στρατηγικής Ανάπτυξης Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων» και χρηματοδοτείται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ανταγωνιστικότητα, Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία» στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2014-2020, με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης).