«Ο ιστορικός που θα πραγματευθή το θέμα αυτό δεν γεννήθηκε ακόμη. Ολοι εμείς που ζούμε, και που ο καθένας μας έπαιξε κάποιο ρόλο στο δράμα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, είτε από τα παρασκήνια, είτε πάνω στη σκηνή, δεν μπορούμε να λογαριαστούμε ως μάρτυρες ανεπηρέαστοι. Γιατί όλοι ζήσαμε τα χρόνια εκείνα κλεισμένοι μέσα στο κάστρο των πολιτικών μας φρονημάτων και είδαμε τα γεγονότα με τα γυαλιά που θέλαμε να φορούμε […] Οι ευθύνες δεν ανήκουν μονοπωλιακά στη μια μόνο παράταξη ή στην άλλη. Ολοι μας έχουμε τις ευθύνες μας, αδιάφορο αν μας τις ενέπνευσαν ο αγνός ενθουσιασμός ή η πλάνη ή και η επιπολαιότης. Απέναντι στην ιστορία όλοι είμαστε υπόλογοι».
O ανταποκριτής
Είναι ο δημοσιογράφος Κώστας Μισαηλίδης (1883-1955) και το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Η Μικρασιατική Εκστρατεία του Κώστα Μισαηλίδη – Οι ανταποκρίσεις του από το Μέτωπο (1919-1922)», που εξέδωσε το Ελληνικό Ιδρυμα Ιστορικών Μελετών (ΙΔΙΣΜΕ), παράλληλα με το ντοκιμαντέρ «Η Ανατολή έδυσε», σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Παπαηλιού. Αμφότερα με τη συμβολή του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ. Και τα δύο –βιβλίο και ντοκιμαντέρ– παρουσιάστηκαν την περασμένη Πέμπτη στο υπερπλήρες Πολεμικό Μουσείο Αθηνών, σε συγκινητική ατμόσφαιρα, με ομιλίες, βραβεύσεις και μικρό μουσικό μικρασιατικό πρόγραμμα. Και ποιους να πρωταναφέρω από τους συντελεστές της έκδοσης του βιβλίου, της πραγματοποίησης του ντοκιμαντέρ και της εκδήλωσης στο Πολεμικό Μουσείο. Αξιος ο μόχθος τους…
Σχεδόν έναν αιώνα από τη Μικρασιατική Καταστροφή, μια από τις μεγαλύτερες για τον ελληνισμό τραγωδίες του 20ού αιώνα, το ΙΔΙΣΜΕ ανέλαβε την έκδοση του αρχείου του Μικρασιάτη δημοσιογράφου (για την ακρίβεια μέρους του αρχείου, δεδομένου ότι παραμένει και άλλο ανέκδοτο) και την υλοποίηση του προαναφερόμενου ιστορικού ντοκιμαντέρ βασισμένου στις ανταποκρίσεις του.
Ο Μισαηλίδης, ανταποκριτής σε παραπάνω από δέκα εφημερίδες, κατέγραψε ιστορικά συμβάντα και λεπτομέρειες από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (2 Μαΐου 1919) ώς την καταστροφή (Σεπτέμβριος του 1922), ενώ παράλληλα διετέλεσε και διαπραγματευτής της ελληνικής κυβέρνησης, λόγω του ότι γνώριζε άπταιστα την τουρκική γλώσσα.
Ο χώρος δεν επιτρέπει εκτενή αναφορά, τόσο στο εν πολλοίς τραγικό περιεχόμενο των 440 σελίδων του βιβλίου όσο και στο διάρκειας 80 λεπτών ντοκιμαντέρ, που βρίσκονται στη διάθεση των ενδιαφερομένων (www.idisme.gr). Γράφει ο Μισαηλίδης:
Για την Ελλάδα
«Ο στρατός που πολεμούσε στη Μικρασία δεν ήταν του Βενιζέλου και δεν είνε του Κωνσταντίνου, αλλ’ ήταν και θάναι της Ελλάδος. Ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος περάσαν, μα θα μείνη αιώνια ακατάλυτη η Ελλάδα. Κ’ ειδικά εγώ ο Μικρασιάτης δεν μπορούσα να φανταστώ πως πρέπει να τραγουδώ τα τρόπαια των παιδιών της ελεύθερης Ελλάδας που ήρθαν να σκοτωθούν στη Μικρασιατική γη για την ελευθερία μας».
Και αλλού, μετά την ολοκλήρωση του κακού:
«Οταν ύστερα από την καταστροφή του 1922 κατέφυγα πρόσφυγας στην Αθήνα, ένοιωθα ένα κύμα απογοήτευσης να πλημμυρά τα στήθεια μου. Δεν ήταν μικρό πράγμα να δης άξαφνα να σβήνουν όλα σου τα όνειρα. […] Ετσι, η δημοσιογραφία δε μ’ ένθουσίαζε πια…».
Ο Μισαηλίδης τιμήθηκε για τη συμβολή του στη Μικρασιατική Εκστρατεία με το παράσημο του Πολεμικού Σταυρού, «διά των εμπνευσμένων πατριωτικών του ενεργειών και διά λόγων και δι’ έργων ενθουσίασε και ενέπνευσε τον Στρατόν κατά την πολεμικήν περίοδον». Επίσης του απονεμήθηκε το παράσημο της Στρατιωτικής Αξίας «διότι κατά την διάρκειαν των Εθνικών Αγώνων (1916-1922) διά λαμπρών δημοσιευμάτων και ανταποκρίσεων, προκινδυνέψας εν τοις Πολεμικοίς Μετώποις, συνετέλεσεν εις την ανύψωσιν και συγκράτησιν του φρονήματος του Στρατεύματος».
Αλλά αυτά, προφανώς, δεν ήταν ικανά να μειώσουν την πίκρα του για τη χαμένη πατρίδα, που, όντας και ποιητής, εκφράζει σ’ ένα ποίημά του:
«Κει κάτω δε χτυπούνε πια χαρμόσυνες / καμπάνες – τι οι Εκκλησίες ερείπια και συντρίμμια. / Τα τζάκια δεν καπνίζουν, εχορτάριασαν / κ’ οι δρόμοι – χαλασμός παντού κι ερημιά. / Κοπαδιαστά τα παλληκάρια τ’ άγουρα. / Στου μαρτυρίου τους δρόμους εσύρθηκαν / κι οι ελληνοπούλες, οι όμορφές μας κι άμοιρες / μες στα χαρέμια των αγάδων μαράθηκαν. / – Καράβι με κατάμαυρα πανιά. / Μαύρα σαν την καρδιά μας, που μας οδηγούνε: / Ε! καπετάνιε, στρέψε το τιμόνι σου / στερνή φορά τ’ αγαπημένα χώματα να δούμε…»
