ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Μπουτζέτη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηρθα στην Αθήνα, από τη Θεσσαλονίκη, από επιλογή. Ηταν Σεπτέμβριος του 2004, στον απόηχο των Ολυμπιακών Αγώνων. Είχα περάσει στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη μετεφηβική μου σκέψη η πόλη έμοιαζε απέραντο πεδίο κίνησης και δημιουργίας. Φίλοι και καθηγητές με αποθάρρυναν, παρουσιάζοντάς μου την προοπτική μιας «αχανούς, σκληρής, απάνθρωπης» πόλης, ωστόσο η πόλη δεν πρόδωσε τις προσδοκίες μου.

Αγάπησα την Αθήνα για το -δικό της- ζωτικό φως, αλλά κυρίως για το προοδευτικό της κράμα, την ανοιχτότητά της, τους αγωνιστικούς ρυθμούς, που σου επιβάλλουν να μένεις σε εγρήγορση. Ουδέποτε ένιωσα ξένη. Η πόλη, παρά το μέγεθός της, διατηρεί στις γειτονιές της, όπως στον Αγιο Ελευθέριο όπου ζω, ακέραια στοιχεία κοινωνικής συνοχής, αλληλεγγύης και εγγύτητας με τον συνάνθρωπο. Συμβαίνει ο γείτονας να σου χτυπήσει το κουδούνι για να διαπιστώσει αν είσαι καλά.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, βγαίνοντας πλέον από την πολυετή οικονομική κρίση, η πόλη αντανακλά ακόμη τη μεγάλη κοινωνική κρίση που βίωσε, ως επακόλουθο. Η Αθήνα, λειτουργώντας ως μεγεθυντικός φακός μιας χώρας, κάνει τα πάντα πιο ευκρινή. Εστιάζει στα κουρασμένα πρόσωπα που δυσκολότερα πια χαμογελούν, πολλαπλασιάζει τις τσακισμένες φιγούρες που κινούνται στα σκιερά της πόλης.

Η κοινωνική κρίση -και η κοινωνική διεκδίκηση που γεννά- ξαναέφερε επιτακτικά στο επίκεντρο κομβικά ζητήματα αστικής συμβίωσης, όπως το ζήτημα αναβίωσης του δημόσιου χώρου. Σε απολίτικες περιόδους ομοιογενούς lifestyle, επίπλαστης και μερικής ευημερίας, η τάση αποσύνδεσης από τον δημόσιο χώρο εντείνεται όσο και η συνακόλουθη στροφή στην ιδιώτευση, που με τη σειρά της σηματοδοτεί απομάκρυνση από τα δημόσια πράγματα. Στην εποχή μάλιστα του Διαδικτύου η τάση αυτή ευνοείται, καθώς γεγονότα που βιώνονταν στον δρόμο, σήμερα βιώνονται μέσω της οθόνης στον ιδιωτικό χώρο, δημιουργώντας τον «αποεντοπισμένο θεατή».

Καθώς όμως ο δρόμος διαχρονικά αποτελεί το πιο πρόσφορο πεδίο πολιτικής αντιπροσώπευσης, πολιτισμικής έκφρασης, τόπο όχι εικονικής αλλά πραγματικής συνάντησης και διαβούλευσης, η κυριαρχία του σχετίζεται απόλυτα με την κοινωνική διεκδίκηση. Σε μία περίοδο ισχυρών κοινωνικών αιτημάτων, όπως αυτή που διανύουμε, ο εγκαταλειμμένος δημόσιος χώρος νοηματοδοτείται εκ νέου, ως η κύρια κοινωνική διέξοδος. Η ανάγκη αυτή άλλοτε εκφράζεται ως αυθόρμητη διάθεση κοινωνικής αλληλεπίδρασης και ψυχαγωγίας, όπως συμβαίνει στην πλατεία της γειτονιάς μου, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου, όπου πολίτες όλων των ηλικιών και εθνοτήτων στήνουν ομαδικά παιχνίδια∙ άλλοτε πάλι αποκτά συγκροτημένο ιδεολογικό χαρακτήρα, μέσα από δράσεις ανάκτησης της σημασίας και της χαμένης ποιότητας του δημόσιου χώρου.

Η συζήτηση γύρω από τον δημόσιο χώρο δεν είναι ενιαία, αλλά οφείλει να ανταποκρίνεται στις πολλαπλές ανάγκες που αυτός καλείται να εκπληρώσει. Δράσεις που καθιστούν τον δημόσιο χώρο ελκυστικότερο και ανανεώνουν την εικόνα της πόλης (αναπλάσεις, αναμόρφωση κτιρίων, εικαστικές παρεμβάσεις), λειτουργούν ως νέα πρόσκληση των πολιτών στον δημόσιο χώρο. Ταυτόχρονα, δράσεις που μπορούν να πραγματοποιούνται εντός του και προσηλώνονται στην επαναφορά των ανθρώπων της πόλης, των διαφορετικών τους πτυχών και δυνατοτήτων στο προσκήνιο (δημιουργία κυψελών πολιτιστικών δράσεων, παράλληλη ανάπτυξη φυσικού και πνευματικού οξυγόνου, παροχή στέγης σε νέες δημιουργικές ομάδες) είναι εξίσου σημαντικές.

Ιδιαίτερη αξία έχουν όμως δράσεις που ενθαρρύνουν τους πολίτες να εμπλακούν σε μία νέα συλλογική εμπειρία και, επομένως, σε μία νέα κοινωνική εμπειρία, ανανεώνοντας ουσιαστικά το αίσθημα της κοινωνικής συμμετοχής. Τέτοιες μπορούν να είναι συνεργατικές δράσεις που στοχεύουν στη διάχυση γενικού οφέλους στις κατά τόπους κοινότητες, δράσεις ανάδειξης της ιστορικής διαδρομής της πόλης, ακόμη και εναλλακτικές προσεγγίσεις, που αξιοποιούν τις σύγχρονες τεχνολογίες, όπως πρωτότυπες ψηφιακές εφαρμογές που, εναλλασσόμενες και εντασσόμενες με μέτρο και σύνεση στον δημόσιο χώρο, μπορούν να εμπλέξουν τους πολίτες σε μία αλληλεπιδραστική δραστηριότητα, δίνοντας παράλληλα χρώμα και φως σε σκοτεινά σημεία της πόλης.

Στόχος, ο δημόσιος χώρος να αντανακλά μία πόλη δημοκρατική, ζωντανή, κοινωνικά ενεργή, αισιόδοξη, που μπορεί να παρακολουθεί με αυτοπεποίθηση την εποχή της, δίχως να χάνει τον χαρακτήρα της. Την πόλη που δεν θα μας διαψεύσει.

* Υποψήφια διδάκτωρ στην Πολιτική Επικοινωνία και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, υποψήφια δημοτικού συμβουλίου με τον συνδυασμό του υποψήφιου δημάρχου Αθηναίων Νάσου Ηλιόπουλου, «Ανοιχτή Πόλη».