ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η δημοσιογραφία ήταν πάντα το μεράκι μου. Νόμιζα πως θα μπορούσα κι εγώ να κάνω ελεύθερο ρεπορτάζ και να γνωρίσω τον κόσμο ταξιδεύοντας, απαράλλαχτα όπως γινόταν με τους συντάκτες στο εξωτερικό […] Στην Ελβετία όπου είχα σπουδάσει, έτυχε να εργαστώ στις εκεί εφημερίδες, αλλά δεν μου άρεσε η ατμόσφαιρα. Δεν συγκρινόταν με την ανθρώπινη ζεστασιά των δικών μας αθηναϊκών εφημερίδων, το πήγαινε-έλα, τα χωρατά, τη συμπάθεια μεταξύ των συναδέλφων… Πρωτοεργάστηκα στη λαϊκή εφημερίδα ”Προπύλαια” το 1934».

Είναι η Λιλίκα Νάκου, μια από τις πρώτες Ελληνίδες που μπήκαν στη δημοσιογραφία και έγινε μέλος της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ). Και είναι απόσπασμα από το βιβλίο της «Το χρονικό μιας δημοσιογράφου» (εκδ. Δωρικός, 1980). Εφυγε από τη ζωή 25 Μαΐου 1989 (πριν από 30 χρόνια – εξ ου και η παρούσα μνεία) στα 85 της.

Τα βιβλία της

Στο ευρύτερο κοινό, η Νάκου είναι περισσότερο γνωστή από τα βιβλία της (μυθιστορήματα, διηγήματα, βιογραφίες) «Παραστρατημένοι», «Κυρία Ντορεμί», «Για μια καινούργια ζωή» (που έγιναν και τηλεοπτικές σειρές), «Η κόλαση των παιδιών», «Η ξεπάρθενη», «Ανθρώπινα πεπρωμένα», «Προσωπικότητες που γνώρισα», «Η ζωή του Εντγκαρ Πόε», «Ο Παστέρ», «Η τραγική ζωή του Μολιέρου» και άλλα.

Κόρη πολιτικού (ο πατέρας της, Λουκάς Νάκος, υπουργός στην κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου και από τους πρώτους σοσιαλιστές, παρέα με τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου), με σπουδές, όπως προανέφερε η ίδια, στην Ελβετία, όπου άρχισε να γράφει και τα πρώτα της κείμενα, που βρήκαν θερμή απήχηση στα περιοδικά «Europe» του Ρομέν Ρολάν και «Monde» του Ανρί Μπαρμπίς. «Κανένας δεν μπορεί να γράψει όπως η περίεργη αυτή γυναίκα», είχε αποφανθεί ο Ρολάν, ενώ ο μεγάλος Ισπανός στοχαστής Μιγκέλ Ουναμούνο τη συμβούλεψε να επιστρέψει στην Ελλάδα και να γράφει ελληνικά: «Ανήκετε σε μια χώρα με μεγάλο παρελθόν και οι συμπατριώτες σας έχουν την ανάγκη σας».

-Μετανιώσατε που τον ακούσατε; την είχα ρωτήσει σε συνέντευξη για την «Ελευθεροτυπία» (30 Ιουλίου 1979).

«Θα ερχόμουν έτσι κι αλλιώς. Αγαπούσα πολύ την Ελλάδα για να μείνω μακριά της. Είμαι πολύ ευχαριστημένη που βρέθηκα εδώ στην Κατοχή και υπέφερα μαζί με τον απλό λαό κι έχω την ικανοποίηση ότι προσφέρω ένα πετραδάκι στα νεοελληνικά γράμματα».

Και κατάφερε ως δημοσιογράφος, μολονότι άμισθη επί πέντε χρόνια, όχι μόνο να σταθεί, αλλά και να διακριθεί σε κοινωνικά ρεπορτάζ, που ξεκινούσαν από τα μπορντέλα της Δραπετσώνας (τις κατοπινές φυλακές Βούρλων απ’ όπου τον Ιούλιο του 1955 απέδρασαν, κάτω από μυθιστορηματικές συνθήκες, 27 υπόδικοι κομμουνιστές) κι έφταναν μέχρι τη μακρινή Λαπωνία.

Περί ευτυχίας…

Διευθυντής των «Προπυλαίων» ο Γεώργιος Βουτσινάς και αρχισυντάκτης ο Δημήτριος Νίτσος, αδελφός του Κώστα Νίτσου, του κατοπινού διευθυντή των «Νέων», για τους οποίους η Νάκου έχει πολλά παινέματα στο βιβλίο της.

Ηταν περί τα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν η Τίνα Ωνάση (πρώτη σύζυγος του Αριστοτέλη Ωνάση και κατοπινή του σύγαμπρού του, Σταύρου Νιάρχου, η οποία έφυγε από τη ζωή κάτω από περίεργες συνθήκες), είχε δημοσιεύσει σε ξένη εφημερίδα σειρά αυτοβιογραφικών σημειωμάτων με τίτλο «Είμαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου».

Αποσπάσματα της αυτοβιογραφίας αυτής είχαν αναδημοσιευτεί και σε ελληνικές εφημερίδες – και σε μια εποχή όπου η λιτότητα και η ένδεια ήταν καθημερινό βίωμα για ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, ξεσήκωσαν έντονες αντιδράσεις. Μεταξύ αυτών και η Λιλίκα Νάκου, με άρθρο της στα «Νέα» με τίτλο «Απάντηση στην πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου», όπου κατέληγε με τη ρήση του Σόλωνα «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε».

«Πού να φανταστώ ότι θα είχε αυτό το τέλος…», είπε στη συνέντευξη.

Είχα γνωρίσει τη Νάκου, στις (πριν από τη δικτατορία) Φιλολογικές Πέμπτες της Ελλης Αλεξίου και του Μάρκου Αυγέρη, όπου από τη μια μου είχε κάνει εντύπωση η ασχήμια, από την άλλη το χιούμορ και η αισιοδοξία της. «Πήγαινε πιο μακριά, παιδάκι μου, μη με δει ο κόσμος και τρομάξει!» είπε στον φωτογράφο που είχε έρθει για τη συνέντευξη. Και μια φορά, καθώς έφευγε από το σπίτι της Αλεξίου και του Αυγέρη: «Αντε τώρα να πηγαίνω, γιατί έχω αφήσει μόνη την ψυχοκόρη μου, μπας και πάει κανένας μασκαράς και μου την κανονίσει!». «Αυτές τις προστυχιές να μην έλεγες!» παρατήρησε η Αλεξίου.